15
ΦΕΒ

Πιέσεις από την τρόικα για συγχωνεύσεις


ΤΟΥ ΝΩΝΤΑ ΧΑΛΔΟΥΠΗ
(nontas71@gmail.com)

*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΧΡΗΜΑ ΤΡΙΤΗ


Τη δική τους πρώτη σύγκρουση με την Τρόικα είχαν οι Έλληνες τραπεζίτες στη διάρκεια της τελευταίες επίσκεψης του κλιμακίου επιτηρητών στην Αθήνα. Τελικά, ο «άγνωστος πόλεμος» έληξε με νίκη των τραπεζιτών, αφού απέκρουσαν τις πιέσεις για γρήγορο «ξεκαθάρισμα» του τοπίου στον κλάδο και απεξάρτηση από τις χρηματοδοτήσεις της ΕΚΤ , εξασφαλίζοντας μάλιστα και ένα «πακέτο» νέων εγγυήσεων δανεισμού από το Δημόσιο , που ξεπερνά κάθε προηγούμενη πρόβλεψη, φθάνοντας τα 30 δισ. ευρώ.

Στον τελευταίο γύρο συναντήσεων με τα στελέχη της Τρόικας, όπως αναφέρουν έγκυρες τραπεζικές πηγές, ο εκπρόσωπος της ΕΚΤ, Κλάους Μαζούχ, εμφανίσθηκε ιδιαίτερα επιθετικός, καθώς οι ελληνικές τράπεζες είναι ο μεγαλύτερος «πελάτης» των χρηματοδοτήσεων της ΕΚΤ, μετά τις ιρλανδικές, χωρίς να φαίνεται στον κοντινό ορίζοντα η προοπτική περιορισμού της υποστήριξης. Αντίθετα, η ΕΚΤ θέλει για πολλούς λόγους να επισπεύσει την «απεξάρτηση» και να στραφεί στη βασική της αποστολή, καθώς βλέπει κινδύνους αναθέρμανσης του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη . Επιπλέον, η Κομισιόν ανησυχεί για το μεγάλο ύψος των εγγυήσεων, που έχουν φθάσει τα 55 δισ. ευρώ, καθώς ξεπερνούν κατά πολύ το θεωρούμενο ως όριο ασφαλείας του 5% των συνολικών υποχρεώσεων και δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους.

Οι αρχικές απαιτήσεις της Τρόικας στις επαφές τους στην Αθήνα ήταν να «καθαρίσει» άμεσα το τοπίο στο τραπεζικό σύστημα: Να προχωρήσουν γρήγορα οι συγχωνεύσεις των πιο «αδύναμων» τραπεζών με ισχυρότερες, ανεξάρτητα από τις «προτιμήσεις» των διοικήσεων και των βασικών τους μετόχων, να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες άντλησης κεφαλαίων από την αγορά, ακόμη και με εκκλήσεις βοήθειας σε τράπεζες του εξωτερικού, και να αξιοποιηθεί το «πακέτο» των 10 δισ. ευρώ για να καλυφθούν τα επιπλέον κεφάλαια που θα χρειάζονταν οι τράπεζες, αλλά δεν θα μπορούσαν να τα βρουν στις αγορές («υπάρχουν και τα 10 δισ. ευρώ του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας», υπενθύμισε την Παρασκευή με νόημα ο κ. Μαζούχ).

Με ισχυρή κεφαλαιακή βάση, που θα τους επέτρεπε να στραφούν μέσα στο β’ εξάμηνο του έτους στις αγορές για δανεισμό, οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν πολύ σύντομα να επιστρέψουν στην ΕΚΤ τα δανεικά της, που υπολογίζεται ότι τον Δεκέμβριο αυξήθηκαν σε 96,5 δισ. ευρώ, με δεσμευμένα καλύμματα δανεισμού αξίας 142 δισ. ευρώ. Και θα μπορούσαν να επιτελέσουν το βασικό τους καθήκον, όπως υπενθύμισε και πάλι ο κ. Μαζούχ, δηλαδή να προσφέρουν χρηματοδοτήσεις στην πραγματική οικονομία.

Μπροστά σε αυτές τις απαιτήσεις της Τρόικας, οι Έλληνες τραπεζίτες συνασπίσθηκαν για να θέσουν φραγμούς σε μια διαδικασία εξόχως απειλητική για τις ίδιες τις διοικήσεις και τους μετόχους τους. Σύμφωνα με πληροφορίες, αντέταξαν στους «Τροϊκανούς», ότι θα ήταν σφάλμα να αρχίσει με ταχείες διαδικασίες ένα πρόγραμμα όπως αυτό που πρότειναν, γιατί εκτός των άλλων θα ενέτεινε την ανασφάλεια των καταθετών και αυτό θα επιτάχυνε την εκροή καταθέσεων, που ήδη τον Ιανουάριο ξεπέρασε τα 3 δισ. ευρώ. Αντίθετα, είπαν, αν υπάρξει μια λύση για το πρόβλημα βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους τον Μάρτιο, οι τράπεζες θα μπορέσουν ομαλότερα να επιστρέψουν στις αγορές, χωρίς να ενεργοποιηθεί το «βίαιο» πρόγραμμα της τρόικας, με όλους τους κινδύνους που θα εγκυμονούσε.

Το μήνυμα των τραπεζιτών προς την τρόικα πέρασε με αρκετή σαφήνεια ο κ. Μ. Σάλλας , τονίζοντας την περασμένη εβδομάδα, ότι συγχωνεύσεις με το ζόρι δεν γίνονται στην ελληνική τραπεζική αγορά και υπογραμμίζοντας, ότι η προσδοκία των τραπεζιτών για οριστική έξοδο από την κρίση συνδέεται άρρηκτα με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ελλάδα, στη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου.

Μπροστά στο «τραπεζικό βέτο», η Τρόικα υποχρεώθηκε τελικά να υποχωρήσει. Άλλο ένα «πακέτο» κρατικών εγγυήσεων δανεισμού συμφωνήθηκε να αποδεσμευθεί για τις τράπεζες και, μάλιστα, το μέγεθός του ξεπερνά κάθε προηγούμενο, αφού μπορεί να φθάσει τα 30 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας τις συνολικές εγγυήσεις στα 85 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει, ότι οι τράπεζες «βάζουν υποθήκες» για ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από την ΕΚΤ τους επόμενους μήνες, αφήνοντας για αργότερα την επιστροφή των δανεικών.

Συμβιβαστική λύση

Από την περιγραφή των δράσεων των επόμενων μηνών, που έκανε το υπουργείο Οικονομικών μετά το τέλος των επαφών με την Τρόικα, μπορεί κανείς να καταλάβει πώς κατέληξαν να «νερωθούν» σύμφωνα με τις επιδιώξεις των τραπεζιτών οι προτάσεις των «Τροϊκανών»:

-Το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει σταθερό, ενώ προτεραιότητα είναι η ενίσχυση της ρευστότητας μέσα από νέα κανάλια χρηματοδότησης και η στήριξη πρωτοβουλιών για την αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος.

-Το Ελληνικό Δημόσιο θα μπορεί να παράσχει 30 δισ. επιπλέον εγγυήσεις για την άντληση ρευστότητας από τις τράπεζες μέσω τραπεζικών ομολόγων, ώστε να μπορέσουν να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση της οικονομίας.

-Η Τράπεζα της Ελλάδας έχει ζητήσει από τις τράπεζες να ετοιμάσουν και να υλοποιήσουν μεσοπρόθεσμα σχέδια για την ενίσχυση της χρηματοδότησης τους από άλλες πηγές πέραν του Ευρωσυστήματος.

-Στα σχέδια των τραπεζών θα πρέπει να περιλαμβάνονται και δράσεις για την μείωση του λειτουργικού και του μισθολογικού κόστους.

-Η αναδιάρθρωση τραπεζών – ΑΤΕ και διαχωρισμός ΤΠΔ – προχωράει και υπάρχουν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για ενέργειες τους επόμενους μήνες.

Στην επόμενη επίσκεψη της Τρόικας, τραπεζικά στελέχη τονίζουν ότι δεν θα υπάρχουν άλλα περιθώρια ελιγμών: Αν μέχρι τον Μάιο δεν έχει βρεθεί μια οριστική λύση στο ελληνικό πρόβλημα, που θα αλλάξει το κλίμα στις αγορές, η «θεραπεία-σοκ» που προτείνει η Τρόικα για τις τράπεζες θα είναι πολύ δύσκολο να «αποκρουστεί»…

Τριβές από την αρχή

Από καιρό είναι γνωστό στην αγορά, ότι η Τρόικα θα επιθυμούσε μια πολύ πιο γρήγορη «κάθαρση» στο τραπεζικό σύστημα, σε ό,τι αφορά τα θέματα της κεφαλαιακής επάρκειας. Άλλωστε, η ουσιαστική ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιστροφή των τραπεζών στη διατραπεζική αγορά, ώστε να περιορισθεί η εξάρτησή τους από την ΕΚΤ. Μέσα από αυστηρά τεστ αντοχής, που προβλέπονται στο μνημόνιο , οι «Τροϊκανοί» ήθελαν να προσδιορισθούν πολύ γρήγορα οι πιθανές αδυναμίες στην κεφαλαιακή βάση των τραπεζών και να καλυφθούν με συνοπτικές διαδικασίες, είτε με άντληση κεφαλαίων από την αγορά (εφόσον ήταν δυνατό) είτε με την παρέμβαση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που «προικίσθηκε» με 10 δισ. ευρώ από το «πακέτο» των 110 δισ. ευρώ, ακριβώς για το σκοπό αυτό.

Άλλωστε, όλοι οι εμπλεκόμενοι στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα, όπως και οι αγορές, γνωρίζουν ότι αυτά τα 10 δισ. ευρώ δεν προβλέφθηκε τυχαία να «μπουν στην άκρη» για τις ελληνικές τράπεζες. Αποτελούν ένα «μαξιλάρι» ασφάλειας ίσο περίπου με το 25% των συνολικών κεφαλαίων των τραπεζών, που θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν να λειτουργούν απρόσκοπτα, ακόμη και αν χρειαζόταν στο μέλλον μια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Εξαρχής, όμως, οι τραπεζίτες, με την κυβέρνηση και την Τράπεζα της Ελλάδος σταθερά στο πλευρό τους, πρόβαλαν το δικό τους «βέτο» σε πιθανή παρέμβαση του ΤΧΣ . Γνωρίζοντας ότι μια κεφαλαιακή ενίσχυση με έκδοση προνομιούχων μετοχών υπέρ του Δημοσίου, που είναι ο τελικός εγγυητής του Ταμείου, θα τοποθετούσε το κράτος στα διοικητικά συμβούλια για πολλά χρόνια, ενώ θα εξανέμιζε τις αποδόσεις των μετόχων, λόγω των υψηλών πληρωμών αποδόσεων στις προνομιούχες μετοχές, οι τραπεζίτες είπαν «ευχαριστούμε, δεν θα πάρουμε». Και το ΤΧΣ έγινε μια ακριβοπληρωμένη «μονάδα εντατικής θεραπείας τραπεζών», την οποία όμως οι τραπεζίτες αντιμετωπίζουν με τη λογική του… «αχρείαστη να ’ναι».

Produced by