22
ΦΕΒ

Εντολή ΕΚΤ σε τραπεζίτες: Επιστρέψτε τα δανεικά!


Του Νώντα Χαλδούπη (nontas71@gmail.com)

*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΧΡΗΜΑ ΤΡΙΤΗ

Στενεύουν απελπιστικά τα περιθώρια για τις ελληνικές τράπεζες να συνεχίσουν την ίδια πολιτική στήριξης στις άφθονες χρηματοδοτήσεις του Ευρωσυστήματος, καθώς οι τραπεζίτες της ΕΚΤ ετοιμάζονται στις 3 Μαρτίου να συζητήσουν την απόσυρση των έκτακτων μέτρων παροχής ρευστότητας στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και προειδοποιούν, ότι η εξάρτηση πρέπει να τελειώσει το συντομότερο
.
 
Την ίδια ώρα, η δαμόκλειος σπάθη των νέων υποβαθμίσεων από την S&P και την Moody’s κρέμεται πάνω από τις ελληνικές τράπεζες και πιθανότατα θα… πέσει μέσα στο α’ δεκαπενθήμερο του Μαρτίου.

Η τελευταία «ηχηρή» προειδοποίηση για απεξάρτηση από τις χρηματοδοτήσεις της ΕΚΤ ήρθε χθες από τον Ιταλό κεντρικό τραπεζίτη, Λορέντσο Μπίνι Σμάγκι, που χαίρει μεγάλου σεβασμού στο συμβούλιο της τράπεζας και θεωρείται «μετριοπαθής» φωνή: Ο Σμάγκι προειδοποίησε τις τράπεζες που παραμένουν εξαρτημένες από τα χρηματοδοτικά εργαλεία του Ευρωσυστήματος, ότι δεν πρέπει να εφησυχάζουν (“not to be easy going”, όπως είπε χαρακτηριστικά), στηρίζοντας την πολιτική τους στη ρευστότητα της ΕΚΤ. Οι τράπεζες με υψηλή εξάρτηση πρέπει το συντομότερο να επιστρέψουν στη διατραπεζική αγορά, μειώνοντας τις χρηματοδοτήσεις τους από την ΕΚΤ.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έχει δημοσιοποιήσει ακόμα τη λογιστική κατάστασή της, για να φανούν οι χρηματοδοτήσεις της ΕΚΤ στις ελληνικές τράπεζες, αλλά έγκυρες πληροφορίες του «Χ.Τ.» αναφέρουν, ότι τον Δεκέμβριο, αντί να μειωθούν, οι «χορηγίες» ρευστότητας αυξήθηκαν περαιτέρω, φθάνοντας τα 96,5 δισ. ευρώ. Δηλαδή, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα κινείται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που έχουν υποδείξει οι κεντρικοί τραπεζίτες, στοιχείο που προοιωνίζεται ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις το προσεχές διάστημα για απεξάρτηση.

Το ανησυχητικό είναι ότι οι εκροές καταθέσεων συνεχίζονται με αμείωτους ρυθμούς και εκτιμάται ότι μέσα στον Ιανουάριο ξεπέρασαν τα 3 δισ. ευρώ, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα ποσά αρνητικής μεταβολής εδώ και πολλούς μήνες. Η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει μια εκροή καταθέσεων προθεσμίας ύψους 16,4 δισ. ευρώ, με τους ρυθμούς μείωσης να επιταχύνονται δραματικά από το γ’ τρίμηνο του έτους και μετά, για να φθάσουν τον Δεκέμβριο στο 11,4% σε ετήσια βάση. Ένας βασικός παράγοντας για την εκροή-μαμούθ αποταμιευτικών κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα το 2010 ήταν, αναμφίβολα, η ανασφάλεια των καταθετών, που τροφοδοτήθηκε στο έπακρο από τα σενάρια επικείμενης χρεοκοπίας της χώρας (για «αυξημένη αβεβαιότητα των αποταμιευτών» κάνει λόγο η ΤτΕ στην έκθεση του Διοικητή).

Τί φοβάται η ΕΚΤ

Το μεγάλο πρόβλημα για τις ελληνικές τράπεζες αυτή την περίοδο είναι ότι εξακολουθούν να έχουν μεγάλες ανάγκες άντλησης ρευστότητας από την ΕΚΤ, ενώ η διαφαινόμενη «ατελής» λύση στο πρόβλημα της κρίσης χρέους από τη Σύνοδο Κορυφής της 11ης Μαρτίου δεν αφήνει πολλά περιθώρια σχεδιασμών επιστροφής στις αγορές. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η κυβέρνηση συμφώνησε με την Τρόικα να αποδεσμεύσει άλλο ένα «πακέτο» εγγυήσεων για τις τράπεζες, ύψους 30 δισ. ευρώ, «στην πλάτη» των 55 δισ. ευρώ που ήδη έχει χορηγήσει, προκειμένου να αντεπεξέλθουν οι τράπεζες στις πιέσεις που δέχεται η ρευστότητά τους.

Το χειρότερο για τις τράπεζες είναι ότι τα δεδομένα της συγκυρίας, όπως τα εξετάζει υπό το δικό της πρίσμα η ΕΚΤ, αλλάζουν συνεχώς και επιβάλλουν μια αυστηρότερη νομισματική πολιτική, η οποία κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση από τις ανάγκες των ελληνικών τραπεζών:

-Η δυναμική ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας, σε συνδυασμό με τη γενικότερη ανάκαμψη της οικονομίας της Ευρωζώνης, αλλά και με τις ενδείξεις αναθέρμανσης των εξαγωγών από τις χώρες της περιφέρειας, οδηγούν τους κεντρικούς τραπεζίτες στην εκτίμηση, ότι το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα μπορεί να αντέξει σε μια αναπροσαρμογή της νομισματικής πολιτικής προς το αυστηρότερο, ανεξάρτητα από τις ανάγκες επί μέρους «προβληματικών» συστημάτων, όπως το ιρλανδικό ή το ελληνικό.

-Επιπλέον, η ανορθόδοξη νομισματική πολιτική της Fed, που τροφοδοτεί τις αγορές με τεράστιες ποσότητες δολαρίων, «ενοχοποιείται» για τη μεγάλη άνοδο βασικών εμπορευμάτων, όπως το πετρέλαιο και τα τρόφιμα, που έχει όλες τις προϋποθέσεις να συνεχισθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, τροφοδοτώντας τις εισαγόμενες πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρώπη. Μπροστά σε αυτή την προοπτική, οι τραπεζίτες της ΕΚΤ παραμένουν με το «δάκτυλο στη σκανδάλη», έτοιμοι να προχωρήσουν σε αύξηση των επιτοκίων του ευρώ, καθώς η άνοδος των τιμών βασικών αγαθών φαίνεται ότι θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια από τις αρχικές προβλέψεις, όπως τόνισε χθες στην Wall Street Journal ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου , Αθ. Ορφανίδης.

-Μέχρι τώρα, οι αγορές περίμεναν την αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ προς το τέλος του έτους, καθώς ο Ζαν Κλωντ Τρισέ έλεγε, ότι η ΕΚΤ θα ενεργοποιηθεί αν υπάρξει δευτερογενές κύμα πληθωριστικών πιέσεων, δηλαδή αν οι αυξήσεις του πληθωρισμού τροφοδοτήσουν αυξήσεις και στις αμοιβές της εργασίας. Όμως, τώρα οι περισσότεροι περιμένουν την αύξηση των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο, ενώ αρκετοί μιλούν και για κινήσεις ακόμη νωρίτερα, καθώς οι τελευταίες δηλώσεις από μέλη του συμβουλίου της ΕΚΤ υποδεικνύουν, ότι η κεντρική τράπεζα μπορεί να κινηθεί προληπτικά, πριν περάσουν οι αυξήσεις στις αμοιβές, αν διαπιστώσει ότι παραμένει για αρκετούς μήνες ο ευρωπαϊκός πληθωρισμός πάνω από το όριο του 2%.
Επιπλέον, η αναθέρμανση των πληθωριστικών προσδοκιών θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση τη δυνατότητα της ΕΚΤ να παρατείνει κι άλλο την ισχύ του έκτακτου καθεστώτος παροχής ρευστότητας στις τράπεζες. Σύμφωνα με πληροφορίες, στην επόμενη συνεδρίαση του συμβουλίου της ΕΚΤ, στις 3 Μαρτίου, δεν θα εξετασθεί μόνο η κατάσταση σε σχέση με τον πληθωρισμό, αλλά και το ενδεχόμενο να αποφασισθεί άμεσα η απόσυρση των έκτακτων μέτρων παροχής ρευστότητας, με την κατάργηση των δημοπρασιών παροχής ρευστότητας για μεγάλες περιόδους και χωρίς περιορισμό. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν και πόσο έτοιμες θα είναι οι ελληνικές τράπεζες να αντέξουν αυτή την απόσυρση ρευστότητας από την ΕΚΤ, που ασφαλώς θα γίνει σταδιακά, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα δοθούν «άνετα» περιθώρια για την απεξάρτηση.

Υποβαθμίσεις από S&P και Moody’s

Την ώρα που οι πιέσεις στη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών μεγιστοποιούνται, οι τραπεζίτες περιμένουν ότι σύντομα θα υπάρξει και νέα πίεση, αυτή την φορά από την S&P και την Moody’s, που προβλέπεται ότι δεν θα «κρατηθούν» πολύ ακόμα στην ανακοίνωση των νέων υποβαθμίσεων των ελληνικών ομολόγων, των τραπεζών και των τίτλων τους.

Όπως τονίζουν τραπεζικά στελέχη, ο μόνος λόγος για τον οποίο οι δύο οίκοι έχουν «συγκρατηθεί» ως τώρα, παρότι αναμενόταν να ανακοινώσουν νέες υποβαθμίσεις στις αρχές του χρόνου, είναι η προσδοκία, ότι μέσα στον Μάρτιο θα βρεθεί μια «τελική λύση» στο ελληνικό πρόβλημα βιώσιμης εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, πιθανόν και με ένα νέο δάνειο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Οικονομικής Σταθερότητας για την αγορά ελληνικών ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ από την ελληνική κυβέρνηση.

Όμως, αυτές οι προσδοκίες «συνολικής λύσης» φαίνεται πλέον ότι διαψεύδονται και, στην καλύτερη περίπτωση, η κυβέρνηση έχει να περιμένει από τη Σύνοδο Κορυφής της 11ης Μαρτίου μόνο μια απόφαση για επιμήκυνση του δανείου των 110 δισ. ευρώ, που δεν θεωρείται από τους οίκους επαρκής, για να απομακρυνθεί οριστικά ο κίνδυνος αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, με «κούρεμα» των ιδιωτών πιστωτών.

Όλα δείχνουν, ότι αμέσως μετά τη Σύνοδο Κορυφής, δηλαδή μέχρι τις 15 Μαρτίου, οι δύο οίκοι θα προχωρήσουν στην ανακοίνωση των νέων υποβαθμίσεων, που θα απαξιώσουν ακόμη περισσότερο τα καλύμματα δανεισμού των ελληνικών τραπεζών και θα τις υποχρεώσουν να αξιοποιήσουν ακόμη περισσότερο τις κρατικές εγγυήσεις δανεισμού για να συνεχίσουν τη λειτουργία τους ομαλά.

Όμως, σε αυτό το σημείο αρχίζει μια νέα «περιπέτεια» για τις ελληνικές τράπεζες: Η Τρόικα έχει προειδοποιήσει, ότι στον επόμενο «γύρο» εγγυήσεων, θα κληθούν οι ελληνικές τράπεζες με υψηλή εξάρτηση από το Δημόσιο να υποβάλλουν σχέδια βιωσιμότητας στην Κομισιόν , για να πείσουν ότι μπορούν σε συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα να μειώσουν τις εγγυήσεις, καθώς το ύψος τους θα έχει φθάσει πλέον σε απαγορευτικά επίπεδα (37% του ΑΕΠ) και θα αποτελούν άλλη μια «νάρκη» για το Ελληνικό Δημόσιο…
Produced by