24
ΦΕΒ

"Πόλεμος" ανακοινώσεων Alpha-ETE


Σε «οιονεί κρατικοποίηση» θα οδηγούσε η αποδοχή της πρότασης της Εθνικής Τράπεζας από την Alpha Bank.

Όπως αναφέρει το δελτίο της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Alpha: Η πρόσφατη αυτόκλητη πρόταση της Εθνικής Τραπέζης για συγχώνευσή της με την Alpha Bank κατέστη τελικώς ατελέσφορη, καθώς εκρίθη ασύμφορη για τους μετόχους από την διοίκηση της Alpha Bank.

Εκφράστηκαν αμφιβολίες γιατί, ενώ η πρόταση θα δημιουργούσε μία μεγάλη ελληνική τράπεζα, αυτή θα αντιμετώπιζε αντίξοες συνθήκες και μεγάλες αβεβαιότητες λόγω της κρίσης δημοσίου χρέους και της στενότητος ρευστότητας που παρατηρείται.

Πέραν αυτού, όμως, τυχόν συγχώνευση της Alpha Bank με μία τράπεζα όπως η Εθνική της οποίας η διοίκηση διορίζεται από την κυβέρνηση, κάτι που συμβαίνει σχεδόν ανελλιπώς μετά από εθνικές εκλογές , εκτιμάται ότι θα οδηγούσε σε οιονεί κρατικοποίηση μιας από τις χρηματοοικονομικά πιο ισχυρές τράπεζες τουιδιωτικού τομέα και, συνεπώς, σε απώλεια ενός ανεκτιμήτου αξίας συγκριτικού πλεονεκτήματος, δηλαδή της διαχρονικής σταθερότητος μιας διοίκησης που απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των μετόχων, των πελατών, και του προσωπικού της.

Ο συνεχιζόμενος κρατικός έλεγχος τραπεζών μέσω ασφαλιστικών ταμείων δυσχεραίνει την ευόδωση επιχειρηματικών μετασχηματισμών στον βαθμό που οποιαδήποτε πρόταση για συγχώνευση της Εθνικής με κάποια άλλη τράπεζα εκλαμβάνεται ως οιονεί κρατικοποίηση της άλλης μονάδας. Και κατά δεύτερο λόγο, με τον τρόπο αυτό, τα ταμεία υποχρεώνονται να διατηρούν την περιουσία τους σε μετοχές υπό κρατικό έλεγχο τραπεζών, ανεξαρτήτως πορείας των μετοχών και των εν γένει προοπτικών τους. Η Κυβέρνηση θα μπορούσε να προχωρήσει σε ρυθμίσεις που θα εξασφάλιζαν την ανεξάρτητη διαχείριση των διαθεσίμων των ασφαλιστικών ταμείων και άλλων οργανισμών, έτσι ώστε να μην αποτελούν αυτά τα διαθέσιμα μηχανισμό ελέγχου μεγάλων τραπεζών από το κράτος. Μόνο έτσι θα μπορούσε να προκύψει η αναγκαία αναδιάρθρωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Η ανάγκη να προχωρήσει αποφασιστικά η αναδιάρθρωση και εκλογίκευση των λειτουργιών των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, και ιδιαίτερα των κρατικών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά την κρίση, είναι δεδομένη. Μέχρι σήμερα, όμως, παρατηρούνται σημαντικές καθυστερήσεις, παρά την διαθεσιμότητα των € 10 δισ. του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητος. Το τελευταίο έχει συσταθεί στο πλαίσιο του Μνημονίου για να προστατευθεί η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών από τις επιπτώσεις της μεγάλης ύφεσης. Μια τυχόν συγχώνευση, λοιπόν, της Alpha Bank με την Εθνική Τράπεζα, δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει την σκληρή δουλειά που πρέπει να γίνει για την εξυγίανση των κρατικών τραπεζών. Δεν υπάρχουν σύντομοι δρόμοι ούτε μαγικές λύσεις για να φθάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα, που είναι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.


Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το τραπεζικό σύστημα ανταποκρίνεται σήμερα στις χρηματοδοτικές ανάγκες της οικονομίας με όσο το δυνατόν προσφορότερο τρόπο, δεδομένης της δυσμενούς κατάστασης που επικρατεί στον τομέα της ρευστότητας, εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης που επηρεάζει την αγορά του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους. Στο δύσκολο αυτό περιβάλλον , οι ελληνικές τράπεζες εφαρμόζουν πολιτικές συμπίεσης εξόδων, μείωσης της έκθεσης σε πιστωτικό κίνδυνο και εξισορρόπησης του λόγου των χορηγήσεων προς καταθέσεις, πάντα με γνώμονα την διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής υγείας στην λειτουργία τους. Η αποκατάσταση κλίματος εμπιστοσύνης στην οικονομία, που είναι συνάρτηση της προόδου που σημειώνεται στο πεδίο της δημοσιονομικής προσαρμογής, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να δημιουργηθούν συνθήκες ομαλότερης χρηματοδότησης της οικονομίας. Η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος είναι μονόδρομος για την πρόσβαση του δημοσίου, και κατ’ επέκταση των ελληνικών τραπεζών, στις αγορές. Αυτό θα βελτίωνε την ροή των καταθέσεων προς τις τράπεζες, θα συνέβαλε στην απεξάρτηση τους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα οδηγούσε σε ανάκαμψη της πιστωτικής επέκτασης με καλύτερους όρους χρηματοδότησης για τις
επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, και θα έβγαζε την οικονομία απο την ύφεση.


Τι απαντά η Εθνική


«Όταν η Alpha απεδέχθη να συζητήσει τη φιλική πρόταση και, στις 3 Φεβρουαρίου 2011, υπέγραψε το Σύμφωνο εμπιστευτικότητας και Αποκλειστικής Διαπραγμάτευσης, γνώριζε και τη συμμετοχή του Δημοσίου και τα οικονομικά στοιχεία της Εθνικής ενώ, επιπλέον, αποδέχθηκε τις αρχές και τους βασικούς όρους της πρότασης. Έκτοτε, στην περίοδο των διαπραγματεύσεων, ποτέ δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα της πρότασης της Εθνικής», αναφέρουν κύκλοι της Εθνικής Τράπεζας, απαντώντας στα περί «οιωνεί κρατικοποίησης» που αναφέρονται στο Εβδομαδιαίο Δελτίο της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank.


Ειδικότερα, όπως τονίζεται από την ΕΤΕ, «Το ελληνικό δημόσιο συμμετέχει στην Εθνική κατά 1% άμεσα και κατά 17% έμμεσα, μέσω των ασφαλιστικών ταμείων. Με την συγχώνευση, η συμμετοχή του Δημοσίου στη νέα ενιαία τράπεζα μειώνεται σε 12% του μετοχικού κεφαλαίου της.

«Η Alpha, πέραν των 9 δισ. ευρώ κρατικές εγγυήσεις, στηρίζεται σε 950 εκατ. ευρώ προνομιούχες μετοχές του ελληνικού Δημοσίου. Η Εθνική όχι μόνον είναι σε θέση και έχει ζητήσει επίσημα να επιστρέψει τα 350 εκατ. ευρώ που έχει το Δημόσιο σε αυτήν με τη μορφή των προνομιούχων μετοχών αλλά, επιπλέον, με την πρότασή της προς την Alpha, διασφάλιζε την επιστροφή των 950 εκατ. ευρώ των προνομιούχων μετοχών. Η συγχώνευση των δύο τραπεζών δημιουργεί μεγάλες συνέργειες οφέλους, από 550 έως 700 εκατ. ευρώ ετησίως στην πλήρη ανάπτυξή τους. Αυτές οι συνέργειες καθώς και η καλύτερη πρόσβαση της ενιαίας μεγάλης τράπεζας στις χρηματαγορές, επιτρέπουν την ταχύτερη και ομαλή απεξάρτησή της από την χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και από τις εγγυήσεις του Δημοσίου, που είναι προϋπόθεση για να δημιουργηθούν συνθήκες ομαλότερης χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας.

Η Εθνική Τράπεζα, χάρη και στην έγκαιρη κεφαλαιακή ενίσχυσή της με 3,2 δισ. ευρώ, είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει οιαδήποτε πρόκληση και είναι χαρακτηριστικό, και εν γνώσει της Alpha, ότι σε υπόθεση ρευστοποίησης με τρέχουσες τιμές του χαρτοφυλακίου ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου που κατέχει διατηρεί κεφαλαιακή επάρκεια υψηλότερη από αυτήν που έχει σήμερα η Alpha. Όσον αφορά τη διοίκηση, υπενθυμίζεται ότι οι διοικήσεις προτείνονται από τα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών και εκλέγονται από τις γενικές συνελεύσεις των μετόχων. Αυτό γίνεται και στην Εθνική, όπου η νέα διοίκησή της εκλέχτηκε με 99,5% από το σώμα των μετόχων που συγκροτείται κατά 38% από ιδιώτες επενδυτές εσωτερικού, κατά 32% από νομικά πρόσωπα του εξωτερικού και κατά 18% έμμεση και άμεση συμμετοχή του ελληνικού δημοσίου. Για λόγους συγκρισιμότητας σημειώνεται ότι η εκλογή της διοίκησης της Alpha στηρίζεται σε πρόταση μετόχων που ελέγχουν λιγότερο από το 9% του μετοχικού κεφαλαίου της.

Η ειλικρινής πρόθεση και δεσμευτική θέση της Εθνικής για ισότιμη συνδιοίκηση με την Alpha, δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνειών για τη σταθερότητα του διοικητικού σχήματος του νέου φορέα. Η επίκληση των "μεγάλων αβεβαιοτήτων" της τρέχουσας συγκυρίας είναι ακριβώς ο λόγος που η πρόταση αυτή οδηγεί ευθέως στην καλύτερη αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το τραπεζικό σύστημα και η οικονομία γενικότερα. Η επιχειρηματική κοινότητα, στις δύσκολες στιγμές της χώρας, οφείλει να αναλάβει τολμηρές πρωτοβουλίες και όχι να μείνει ακίνητη, στη στασιμότητα και την αδράνεια", επισημαίνουν επίσης οι κύκλοι της Εθνικής Τράπεζας».






Produced by