01
ΜΑΡ

Στενεύουν απελπιστικά τα περιθώρια για τις τράπεζες


Στενεύουν απελπιστικά τα περιθώρια για τις ελληνικές τράπεζες να συνεχίσουν την ίδια πολιτική στήριξης στις άφθονες χρηματοδοτήσεις του Ευρωσυστήματος, καθώς οι τραπεζίτες της ΕΚΤ ετοιμάζονται στις 3 Μαρτίου να συζητήσουν την απόσυρση των έκτακτων μέτρων παροχής ρευστότητας στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και προειδοποιούν, ότι η εξάρτηση πρέπει να τελειώσει το συντομότερο.

Την ίδια ώρα, η δαμόκλειος σπάθη των νέων υποβαθμίσεων από την S&P και την Moody’s κρέμεται πάνω από τις ελληνικές τράπεζες και πιθανότατα θα… πέσει μέσα στο α’ δεκαπενθήμερο του Μαρτίου.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έχει δημοσιοποιήσει ακόμα τη λογιστική κατάστασή της, για να φανούν οι χρηματοδοτήσεις της ΕΚΤ στις ελληνικές τράπεζες, αλλά έγκυρες πληροφορίες του «Χ.Τ.» αναφέρουν, ότι τον Δεκέμβριο, αντί να μειωθούν, οι «χορηγίες» ρευστότητας αυξήθηκαν περαιτέρω, φθάνοντας τα 96,5 δισ. ευρώ. Δηλαδή, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα κινείται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που έχουν υποδείξει οι κεντρικοί τραπεζίτες, στοιχείο που προοιωνίζεται ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις το προσεχές διάστημα για απεξάρτηση.

Το ανησυχητικό είναι ότι οι εκροές καταθέσεων συνεχίζονται με αμείωτους ρυθμούς και εκτιμάται ότι μέσα στον Ιανουάριο ξεπέρασαν τα 3 δισ. ευρώ, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα ποσά αρνητικής μεταβολής εδώ και πολλούς μήνες. Η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει μια εκροή καταθέσεων προθεσμίας ύψους 16,4 δισ. ευρώ, με τους ρυθμούς μείωσης να επιταχύνονται δραματικά από το γ’ τρίμηνο του έτους και μετά, για να φθάσουν τον Δεκέμβριο στο 11,4% σε ετήσια βάση. Ένας βασικός παράγοντας για την εκροή-μαμούθ αποταμιευτικών κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα το 2010 ήταν, αναμφίβολα, η ανασφάλεια των καταθετών, που τροφοδοτήθηκε στο έπακρο από τα σενάρια επικείμενης χρεοκοπίας της χώρας (για «αυξημένη αβεβαιότητα των αποταμιευτών» κάνει λόγο η ΤτΕ στην έκθεση του Διοικητή).

Η μεγάλη εξάρτηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από την ΕΚΤ ύψους 95 δις ευρώ και η συνακόλουθη δέσμευση εγγυήσεων 137,7 δισ. ευρώ προφανώς και αποτελεί μείζον πρόβλημα.

Στα νέα stress tests είναι προφανές ότι οι Ελληνικές τράπεζες δεν θα λάβουν καλή βαθμολογία στο σκέλος της ρευστότητας καθώς αδυνατούν να προσφύγουν στις αγορές. ΕΚΤ και Τρόικα αργά ή γρήγορα θα θέσουν θέμα προς τις ελληνικές τράπεζες για το πώς και πότε θα μειώσουν την εξάρτηση τους από την ΕΚΤ.

Πάντως οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν, όπως φαίνεται στον πιο πάνω πίνακα, τον υψηλότερο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας.

Οι ελληνικές τράπεζες ουσιαστικά υποχρεώθηκαν να αντλήσουν σημαντικά νέα κεφάλαια έως τώρα περί τα 6 δισ. ευρώ με διάφορους τρόπους κεφαλαιακής ενίσχυσης με στόχο να ανταποκριθούν στους κανόνες της Βασιλείας ΙΙΙ, αλλά και να είναι προετοιμασμένες ακόμη και για «κούρεμα» στα ελληνικά ομόλογα .

Σύμφωνα με στοιχεία που είχαν δημοσιεύσει αναλυτές του ΟΟΣΑ , μετά τα πρώτα ευρωπαϊκά τεστ αντοχής το περασμένο καλοκαίρι, τα οποία είχαν αντληθεί από τις οικονομικές καταστάσεις α’ εξαμήνου των ελληνικών τραπεζών, στην ΑΤΕ η αξία των κρατικών ομολόγων ξεπερνούσε τα 10 δισ. ευρώ και αντιστοιχούσε στο 807% των ιδίων κεφαλαίων (tier 1), ενώ το Τ.Τ. είχε τη δεύτερη μεγαλύτερη έκθεση, με χαρτοφυλάκιο σχεδόν 5,4 δισ. ευρώ, η αξία του οποίου αντιστοιχούσε σε ποσοστό 418% των ιδίων κεφαλαίων.

Με αυτά τα δεδομένα, σε ένα σενάριο «κουρέματος» της ονομαστικής αξίας των ομολόγων κατά 30%, οι απώλειες κεφαλαίων για την ATEbank θα ξεπερνούσαν τα 3 δισ. ευρώ και για το Τ.Τ. το 1,5 δισ. ευρώ.

Τα τεστ αντοχής, που προγραμματίζεται να ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2011, έχουν ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση στην Ευρωζώνη , σχετικά με το πόσο βαθιά θα πρέπει να φθάσει το… μαχαίρι. Αρκετοί αναλυτές έχουν τονίσει, ότι στην πραγματικότητα η κρίση χρέους που αντιμετωπίζει σήμερα η ευρωζώνη είναι στη βάση της μια τραπεζική κρίση: Οι ευρωπαϊκές τράπεζες πληρώνουν το τίμημα της αλόγιστης έκθεσής τους σε κινδύνους και, αν δεν εντοπισθούν όλες οι «τρύπες» και δεν καλυφθούν με νέα κεφάλαια, η έξοδος της Ευρωζώνης από τη σημερινή κρίση θα αργήσει πολύ.

Οι Έλληνες τραπεζίτες δεν είναι ιδιαίτερα ενθουσιώδεις σε αυτή την φάση με την ιδέα της επαναγοράς χρέους. Και αυτό γιατί οι τράπεζες, που έχουν τον κύριο όγκο (80% περίπου) του χρέους στα χαρτοφυλάκιά τους το αποτιμούν με βάση την ονομαστική αξία και θα αρνηθούν να το πουλήσουν με τρέχουσες τιμές αγοράς, εγγράφοντας σημαντικές απώλειες κεφαλαίων. Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για τις ελληνικές τράπεζες, που θα χρειάζονταν μια κεφαλαιακή ενίσχυση της τάξεως των 10 δισ. ευρώ για να καλύψουν τις απώλειες και θα οδηγούνταν στην «αγκαλιά» του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Έτοιμη να ξαναχτυπήσει η Moody’s

Φήμες για νέα υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας και των ελληνικών τραπεζών, από τον διεθνή οίκο αξιολόγησης Moody’s, εκπορευόμενες από το Λονδίνο κάνουν τον γύρο της αγοράς, τις τελευταίες δύο ημέρες. Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα, η νέα υποβάθμιση από την S&P και την Moody’s, είναι «σίγουρη» προς τα τέλη Μαρτίου.

Πληροφορίες που δεν επιβεβαιώνονται μέχρι στιγμής, υπήρξε την Πέμπτη το βράδυ επικοινωνία του υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου με εκπροσώπους της Mooyd's.

Όπως τονίζουν τραπεζικά στελέχη, ο μόνος λόγος για τον οποίο οι δύο οίκοι έχουν «συγκρατηθεί» ως τώρα, παρότι αναμενόταν να ανακοινώσουν νέες υποβαθμίσεις στις αρχές του χρόνου, είναι η προσδοκία, ότι μέσα στον Μάρτιο θα βρεθεί μια «τελική λύση» στο ελληνικό πρόβλημα βιώσιμης εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, πιθανόν και με ένα νέο δάνειο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Οικονομικής Σταθερότητας για την αγορά ελληνικών ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ από την ελληνική κυβέρνηση.

Όμως, αυτές οι προσδοκίες «συνολικής λύσης» φαίνεται πλέον ότι διαψεύδονται και, στην καλύτερη περίπτωση, η κυβέρνηση έχει να περιμένει από τη Σύνοδο Κορυφής μόνο μια απόφαση για επιμήκυνση του δανείου των 110 δισ. ευρώ, που δεν θεωρείται από τους οίκους επαρκής, για να απομακρυνθεί οριστικά ο κίνδυνος αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, με «κούρεμα» των ιδιωτών πιστωτών.

Πρόσφατα από την Βουλή και ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Προβόπουλος προειδοποίησε ότι ο κίνδυνος των υποβαθμίσεων ελλοχεύει.

Υποβάθμιση μιας βαθμίδας για την πιστοληπτική ικανότητα της οικονομίας της Κύπρου από τον οίκο Moody's. Από την κλίμακα Aa3 η κυπριακή οικονομία υποβαθμίστηκε στην κατηγορία Α2.

Έκρηξη των δανείων σε καθυστέρηση

Τον κώδωνα του κινδύνου για την έκρηξη των επισφαλειών, κρούει προς τις τράπεζες ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Προβόπουλος τάση που αναμένεται να χαρακτηρίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την τρέχουσα οικονομική χρήση.

Με βάση τα αποτελέσματα του εννεαμήνου (Ιανουάριος-Σεπτέμβριος 2010) τονίζεται ότι ο συνολικός δείκτης των δανείων σε καθυστέρηση ανήλθε στο 10% του συνόλου των δανείων, ήτοι περίπου 28 δισ. ευρώ, δεν αποπληρώνονται στην ώρα τους, όταν στις 31.12.2009 ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώθηκε στο 7,7%. Πάντα με βάση τα ίδια στοιχεία, τα στεγαστικά δάνεια σε καθυστέρηση διαμορφώθηκαν στο 9,7% από 7,4% στο τέλος Δεκεμβρίου του 2009, τα καταναλωτικά στο 18,4% από 13,8%, και τα επιχειρηματικά στο 8,5% από 6,7% στις 31.12.2009.

Σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ η αύξηση των δανείων σε καθυστέρηση αναμένεται να συνεχισθεί και καλεί τους τραπεζίτες να προχωρήσουν σε αναδιάταξη δυνάμεων, ουσιαστικά σε συγχωνεύσεις , σε δραστικό περιορισμό των λειτουργικών δαπανών και σε αναζήτηση εναλλακτικών πηγών ρευστότητας.

H Credit Suisse, εκτιμά ότι τα προβληματικά δάνεια θα εκτοξευτούν στο 12 με 13%, ενώ εμμέσως πλην σαφώς τονίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να ετοιμάζονται για ένα «κούρεμα» τουλάχιστον 25%, στη συμμετοχή τους στα ελληνικά κρατικά ομόλογα.

Ικανοποιητική παραμένει η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών και των ομίλων τους, η οποία εμφάνισε μάλιστα μικρή βελτίωση έναντι του πρώτου εξαμήνου του 2010 και οριακή μόνο μείωση σε σύγκριση με το τέλος του 2009. Στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2010, ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας (ΔΚΕ) και ο Δείκτης Βασικών Κεφαλαίων (ΔΒΚ) διαμορφώθηκαν για τις τράπεζες σε 12,8% και 11,2% αντίστοιχα, ενώ για τους τραπεζικούς ομίλους σε 11,4% και 10,1% αντίστοιχα. Ωστόσο, παρά τα ικανοποιητικά αυτά μεγέθη, στην παρούσα συγκυρία επιβάλλεται οι τράπεζες να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές στη διαμόρφωση της μεσοπρόθεσμης στρατηγικής τους όσον αφορά το επιθυμητό επίπεδο της κεφαλαιακής τους βάσης και τον τρόπο χρήσης των κεφαλαίων τους και να συνεκτιμούν το αντίξοο μακροοικονομικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα, καθώς επίσης και τις επερχόμενες αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο διεθνώς.
Produced by