12
ΑΠΡ

Tράπεζες: Με σκληρούς όρους από Ιούνιο η στήριξη της ΕΚΤ


ΤΟΥ ΝΩΝΤΑ ΧΑΛΔΟΥΠΗ
(nontas71@gmail.com)

*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΧΡΗΜΑ ΤΡΙΤΗ

Σε ένα ζοφερό περιβάλλον πρωτόγνωρων πιέσεων κινούνται οι ελληνικές τράπεζες, καθώς η ΕΚΤ ξεκαθαρίζει, ότι μετά την ολοκλήρωση των τεστ αντοχής θα κορυφώσει τις πιέσεις της για συγχωνεύσεις που θα δημιουργήσουν ισχυρότερα σχήματα, αλλά και για πωλήσεις «ασημικών», αξιοποιώντας σαν «μοχλό» την εξάρτηση των τραπεζών από τις χρηματοδοτήσεις της, που θα συνεχισθεί τουλάχιστον μέχρι το 2013. 

Ο φόβος επανάληψης του εφιαλτικού πρώτου εξαμήνου του 2010, με μαζική εκροή καταθέσεων λόγω της ανασφάλειας για το οικονομικό μέλλον της χώρας, προβληματίζει έντονα τους τραπεζίτες, καθώς μάλιστα βλέπουν ότι οι νέες ενισχύσεις ρευστότητας που θα πάρουν από την ΕΚΤ με κρατικές εγγυήσεις θα είναι οι τελευταίες και θα χορηγηθούν με πολύ αυστηρούς όρους.

Στοιχεία μελέτης της Εθνικής Τράπεζας επιβεβαιώνουν ότι ο κύριος όγκος των περσινών εκροών καταθέσεων, που έφθασαν συνολικά τα 40 δισ. ευρώ, εντοπίζεται στο α’ εξάμηνο του έτους, όταν κυριάρχησαν οι ανησυχίες για χρεοκοπία της χώρας. Για το 2011 η Εθνική προβλέπει μείωση των καταθέσεων κατά 19 δισ. ευρώ, η οποία όμως θα αποδίδεται κατά κύριο λόγο στην κάλυψη χρηματοδοτικών ανοιγμάτων των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών και όχι στη φυγή καταθέσεων λόγω των φόβων για χρεοκοπία. Από το 2012 εκτιμάται ότι οι καταθέσεις θα επανέλθουν σε αυξητική πορεία, ακολουθώντας την προβλεπόμενη ανάκαμψη της οικονομίας.

Όμως, αυτές οι εκτιμήσεις βασίζονται στην εξαιρετικά αβέβαιη παραδοχή, ότι όλα θα εξελιχθούν σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μνημονίου. Δηλαδή, ότι η οικονομία θα ανακάμψει το 2012 και ότι -το σημαντικότερο- η Ελλάδα θα αποφύγει μια πρόωρη αναδιάρθρωση του χρέους. Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων, μετά την «ημιτελή λύση» της 25ης Μαρτίου, την αποκάλυψη σοβαρών δημοσιονομικών αποκλίσεων στην εφαρμογή του Μνημονίου και την επαναφορά στο προσκήνιο των σεναρίων αναδιάρθρωσης του χρέους νωρίτερα από το 2013, αναζωπυρώνουν τους φόβους για επανάληψη των δραματικά αυξημένων εκροών από το τραπεζικό σύστημα, που είχαν παρατηρηθεί το πρώτο εξάμηνο του 2010.

Το πρώτο δίμηνο του έτους, οι εκροές καταθέσεων πλησίασαν συνολικά τα 6 δισ. ευρώ και στα τέλη Φεβρουαρίου το συνολικό υπόλοιπο πλησίασε το «ψυχολογικό» όριο των 200 δισ. ευρώ, παρότι ότι αυτή την περίοδο κυριάρχησαν στην ειδησεογραφία οι θετικές προσδοκίες για μια «οριστική ευρωπαϊκή λύση» στο ελληνικό πρόβλημα, οι οποίες από τις 25 Μαρτίου κατέστη σαφές ότι διαψεύδονται, με άμεση συνέπεια να ανοίξει εκ νέου η συζήτηση για αναδιάρθρωση του χρέους, ίσως και μέσα στο 2011.

Τραπεζικά στελέχη τονίζουν, ότι τις τελευταίες ημέρες η αναζωπύρωση της σεναριολογίας για αναδιάρθρωση του χρέους προκάλεσε και πάλι μια έντονη «κινητικότητα» καταθετών. Μέχρι τη Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου, που αναμένεται να τεθούν και πάλι στο τραπέζι των συζητήσεων και να οριστικοποιηθούν οι αποφάσεις των ηγετών της Ε.Ε., ακολουθεί ένα διάστημα σχεδόν τριών μηνών, όπου αναμένεται να κορυφωθεί η αγωνία για την τύχη της Ελλάδας, δοκιμάζοντας την αντοχή των νεύρων των καταθετών σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας.

Οι όροι της ΕΚΤ

Πριν από λίγες ημέρες, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έλαβε τα σχέδια των τραπεζών για την κάλυψη των αναγκών τους σε ρευστότητα. Οι τράπεζες έχουν χαράξει ένα σχεδιασμό απεξάρτησης από την ΕΚΤ σε ορίζοντα διετίας:

-Υπολογίζουν ότι η σταδιακή μείωση των θέσεών τους σε κρατικά ομόλογα , λόγω της εξόφλησης παλαιών τίτλων με το δάνειο των 110 δισ. ευρώ, θα ενισχύσει τη ρευστότητά τους περίπου κατά 15 δισ. ευρώ.

-Επιπλέον, εκτιμούν ότι με μια συνεπή πολιτική απομόχλευσης των ισολογισμών τους, με συγκράτηση των νέων χορηγήσεων, θα καλυφθεί άλλο ένα σημαντικό μέρος της σημερινής τους χρηματοδότησης από την ΕΚΤ, που πλησιάζει τα 100 δισ. ευρώ.

Όμως, δεν έχουν ενσωματώσει σε αυτά τους τα σχέδια προβλέψεις για ακόμη μεγαλύτερη επιτάχυνση της απεξάρτησης, με την επιθυμητή από την ΕΚΤ μείωση της παρουσίας σε χώρες της ευρύτερης Ν.Α. Ευρώπης. Η ΕΚΤ εκτιμά ότι η πώληση θυγατρικών στην ευρύτερη περιοχή, οι οποίες χρειάζονται μεγάλα ποσά ρευστότητας από τις μητρικές τράπεζες, καθώς έχουν δυσμενή σχέση δανείων/καταθέσεων, είναι αναγκαία σε αυτή την φάση για την υπέρβαση της κρίσης ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, αλλά οι ελληνικές τράπεζες αντιμετωπίζουν προς το παρόν την παρουσία τους στην ευρύτερη περιοχή ως μια στρατηγικής σημασίας θέση και αντιδρούν στις πιέσεις για πώληση «ασημικών».

Σε αυτή την περίπτωση, όμως, δεν θα αργήσει να επισημάνει η ΕΚΤ σε ορισμένους Έλληνες τραπεζίτες με μεγάλη εξάρτηση από τις χρηματοδοτήσεις της, ότι αν θέλουν να παραμείνουν ενεργές οι ελληνικές τράπεζες στην ευρύτερη περιοχή θα πρέπει να δημιουργήσουν μεγαλύτερα και ισχυρότερα από κεφαλαιακής άποψης σχήματα, θυσιάζοντας την ανεξαρτησία τους. «Δεν είναι δυνατό να συντηρούνται ελληνικές τραπεζικές αυτοκρατορίες στην ευρύτερη περιοχή με δανεικά από την ΕΚΤ», λέει τραπεζικός στέλεχος που γνωρίζει τον προβληματισμό της κεντρικής τράπεζας.

Μια άλλη κατηγορία «ασημικών» των ελληνικών τραπεζών, που έχουν περάσει στο στόχαστρο της ΕΚΤ είναι οι εξωτραπεζικές τους συμμετοχές, για τις οποίες ασκείται ήδη έντονη πίεση να πουληθούν, ώστε να βελτιωθεί η ρευστότητα και η κεφαλαιακή βάση. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, οι παραινέσεις της ΕΚΤ δεν «περνούν» στους τραπεζίτες, οι οποίοι δεν επιθυμούν να πουλήσουν στις σημερινές χαμηλές τιμές.

Όμως, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των τεστ αντοχής του Ιουνίου, που όπως δήλωσε ο πρόεδρος της Εθνικής, Β. Ράπανος, θα τελειώσουν χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις για τις ελληνικές τράπεζες, η ΕΚΤ αναμένεται να εντείνει τις πιέσεις της, χρησιμοποιώντας σαν μοχλό πίεσης τη διαρκή διαδικασία υποβολής και έγκρισης των αναθεωρούμενων σχεδίων κάλυψης των αναγκών ρευστότητας. Όπως επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη, αυτή η νέα διαδικασία ελέγχου επιτρέπει στην ΕΚΤ ανά πάσα στιγμή να απορρίψει ένα σχέδιο χρηματοδότησης και να ζητήσει αναθεώρηση, υποχρεώνοντας μια τράπεζα να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις της.

Στο μεταξύ, τα δημοσιευμένα οικονομικά αποτελέσματα των τραπεζών για το 2010 δείχνουν πλήρη εξαφάνιση των άλλοτε ισχυρών κερδών του παρελθόντος. Χωρίς την κερδοφορία, μάλιστα, των δύο εισηγμένων κυπριακών τραπεζών, οι αμιγώς ελληνικές τράπεζες θα είχαν εμφανίσει μεγάλες ζημίες. Οι φόβοι της αγοράς για το μέλλον έχουν οδηγήσει τις τραπεζικές μετοχές να διαπραγματεύονται περίπου στο ήμισυ της λογιστικής τους αξίας.

Produced by