29
ΔΕΚ

Ουγγαρία - Από την 1/1/11 αναλαμβάνει την Προεδρία στην ΕΕ


Εν μέσω των αναταράξεων που προκαλεί η κρίση του Ευρώ και των ευρωπαϊκών οικονομιών γενικότερα, αλλά και της κριτικής που δέχεται από το εξωτερικό η δεξιοεθνικιστική κυβέρνησή της, εξαιτίας αμφιλεγόμενων ενεργειών της, η Ουγγαρία αναλαμβάνει από το ερχόμενο Σάββατο, 1 η Ιανουαρίου, για το πρώτο εξάμηνο του 2011, την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευελπιστώντας σε επιτυχία των προτεραιοτήτων και στόχων που έχει θέσει η Βουδαπέστη για τη διάρκειά της.

"Στο προσκήνιο της ουγγρικής προεδρίας θα βρεθούν όχι θέματα που είναι σημαντικά για τους Ούγγρους αλλά τα μεγάλα ευρωπαϊκά ζητήματα", αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπάν, ο οποίος, παρόλη την κριτική, μπορεί να υπολογίζει στη στήριξη από τις Βρυξέλλες, από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και από τους κομματικούς του φίλους στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και την πλειοψηφία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Μείζον θέμα της Ουγγρικής Προεδρίας θα αποτελέσει η διασφάλιση της σταθερότητας του Ευρώ, το ζήτημα της Οικονομικής Διακυβέρνησης και η συζήτηση για τροποποίηση της Συνθήκης της Λισαβόνας, ενώ βάρος θα δοθεί στην οικονομική ανάπτυξη (Στρατηγική ΕΕ 2020), στις δημοσιονομικές προοπτικές της ΕΕ, στις πολιτικές συνοχής (Στρατηγική Δούναβη) και στην ευρωπαϊκή πολιτική γειτονίας (Ανατολική Εταιρική Σχέση).

Ακόμη θα δοθεί προτεραιότητα στη διεύρυνση του Χώρου Σένγκεν με ένταξη Βουλγαρίας και Ρουμανίας, στη διεύρυνση της ΕΕ γενικότερα, με ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κροατία και προώθηση της ενταξιακής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων, όπως επίσης στα ζητήματα της ενεργειακής ασφάλειας, της πολιτιστικής πολυμορφίας, της κοινωνικής ένταξης των Ρομά και του Δημογραφικού της ΕΕ

Μέσα από την Προεδρία της στην ΕΕ - στο πλαίσιο της οποίας θα φιλοξενήσει, μεταξύ άλλων, Σύνοδο Κορυφής για θέματα ενέργειας τον Φεβρουάριο και τον Μάιο Συνάντηση Κορυφής για την Ανατολική Συνεργασία - η Ουγγαρία αναμένει ενίσχυση της παρουσίας της στη διεθνή σκηνή τόσο ως κεντροευρωπαϊκή χώρα όσο και ως χώρα συνορεύουσα με τα Βαλκάνια και έχουσα παραδοσιακούς δεσμούς με την Ευρώπη.

Η Ουγγαρία συγκαταλέγεται στις χώρες-μέλη που επιδιώκουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση και την θεσμική αναβάθμιση της ΕΕ, ενώ παράλληλα, κεντρικό ρόλο στην φιλοσοφία της εξωτερικής πολιτικής της διαδραματίζει ο υπερατλαντικός της προσανατολισμός, οι στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ και η ταυτόχρονη προσπάθεια διατήρησης ισορροπιών με τη Ρωσία, κυρίως λόγω της ενεργειακής εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Τα Δυτικά Βαλκάνια αποτελούν περιοχή στρατηγικής σημασίας για την ουγγρική εξωτερική πολιτική, με την Βουδαπέστη να εκδηλώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ενταξιακή προοπτική των χωρών της περιοχής, στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, γι αυτό και θέτει το θέμα αυτό ως σημαντική προτεραιότητα της Προεδρίας της, με πρώτο στόχο την ολοκλήρωση των ενταξιακών συνομιλιών με την Κροατία, το πρώτο εξάμηνο του 2011.

Ως προς την Ανατολική Εταιρική Σχέση, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι πρέπει να επιδιωχθεί ισόρροπη ανάπτυξη μεταξύ νότιας και ανατολικής διάστασης της ευρωπαϊκής πολιτικής γειτονίας και ενδιαφέρεται για την ευρωπαϊκή προοπτική των ανατολικών γειτόνων της ΕΕ (Ουκρανία, Μολδαβία, Λευκορωσία, Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν), υποστηρίζοντας μια προσέγγιση κατά περίπτωση.

Η Στρατηγική του Δούναβη αποτελεί μία εκ των βασικών προτεραιοτήτων της ουγγρικής εξωτερικής πολιτικής καθώς η Βουδαπέστη θεωρεί ότι περιφερειακές στρατηγικές κρίνονται απαραίτητες για να καλύψουν το "μεσο-διάστημα" μεταξύ της ΕΕ και του εθνικού επιπέδου.

Η Στρατηγική του Δούναβη αφορά μια περιοχή 800.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων και 80 εκατομμυρίων ανθρώπων, που περιλαμβάνει οκτώ κράτη-μέλη της ΕΕ και έξι κράτη εκτός Ενωσης, δίδοντας έμφαση σε δράσεις που ενισχύουν τη διασυνοριακή και διαπεριφερειακή συνεργασία και συντονισμό σε τομείς όπως η ναυσιπλοΐα του Δούναβη, το περιβάλλον και η διαχείριση των υδάτινων πόρων.

Σε ότι αφορά την πολιτική στο εσωτερικό, οι πρώτοι επτά μήνες της νέας ουγγρικής κυβέρνησης του δεξιοεθνικιστικού κόμματος Ένωση Νεαρών Δημοκρατών του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν, που διαθέτει στη Βουλή συνταγματική πλειοψηφία δύο τρίτων, χαρακτηρίστηκαν από σημαντικές όσο και αμφιλεγόμενες αποφάσεις τόσο στο πεδίο της οικονομίας καθώς και στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής.

Η κυβέρνηση Ορμπάν πολιτεύθηκε στη βάση ενός ιδιότυπου "εθνοκεντρικού λαικισμού" και περιστράφηκε σε δύο άξονες, με πρώτο την αλλαγή οικονομικής πολιτικής μέσω φοροελαφρύνσεων στον πολίτη προκειμένου τονωθεί η ανάπτυξη αλλά και έκτακτων εισφορών σε τομείς όπως ο τραπεζικός, η ενέργεια, αλυσίδες λιανικής, οργανισμοί κοινής ωφέλειας.

Κατά δεύτερο την ενίσχυση του ουγγρικού "μεγαλοϊδεατισμού" για την πολιτιστική επανένωση του ουγγρικού έθνους μέσω της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που εκδηλώνεται με ενισχυμένο ενδιαφέρον για τις ουγγρικές μειονότητες σε Ρουμανία, Σερβία, Σλοβακία και Ουκρανία.

Ο Βίκτορ Ορμπάν έχει δεχτεί τελευταία, επανειλημμένα κριτική από το εξωτερικό για μια σειρά ενεργειών του, όπως τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του Συνταγματικού Δικαστηρίου της χώρας, την ψήφιση του αμφιλεγόμενου νόμου παραχώρησης διπλής υπηκοότητας σε ουγγρικής καταγωγής πολίτες γειτονικών χωρών καθώς επίσης για τις συχνές εθνικιστικές του τοποθετήσεις ή την αμφισβήτηση διεθνών Συνθηκών, όπως εκείνη του Τριανόν.

Τελευταία, η υπερψήφιση από την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία, του νέου Νόμου περί Τύπου, με τον οποίο η νεοσυσταθείσα Κρατική Αρχή θα εποπτεύει, πέραν της δημόσιας ουγγρικής Τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας, τόσο ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς όσο και το σύνολο των έντυπων Μέσων Ενημέρωσης και των διαδικτυακών πυλών, προκάλεσε πανευρωπαϊκή κατακραυγή και συγκρίσεις με απολυταρχικά καθεστώτα.

Produced by