03
ΦΕΒ

O γερμανικός οικονομικός «ιμπεριαλισμός»


Ενώ η ευρωπαϊκή περιφέρεια ψήνεται στον πυρετό, η γερμανική οικονομία ούτε που φτερνίζεται. Η Γερμανία καταγράφει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης… αγνοώντας την ευρωπαϊκή κρίση χρέους.

Με άκρως εντυπωσιακό τρόπο ξεπέρασε την οικονομική κρίση η Γερμανία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της γερμανικής Στατιστικής Υπηρεσίας, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 3,6% την χρονιά που πέρασε, έπειτα από μια μεγάλη συρρίκνωση της τάξεως του 4,9% που είχε σημειώσει το 2009. Πρόκειται για τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας που καταγράφεται μετά την ενοποίηση της χώρας το 1990.

Την ίδια ώρα στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 18 ετών υποχώρησε η ανεργία στη Γερμανία τον Ιανουάριο, καθώς η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης ανακάμπτει. Ο προσαρμοσμένος δείκτης ανεργίας υποχώρησε στο 7,4% από 7,5%.

Δεν αποτελεί έκπληξη η επιβεβαίωση ότι οι εξαγωγές αποτελούν το ισχυρό χαρτί της γερμανικής οικονομίας - πρόκειται άλλωστε για τη δεύτερη σε εξαγωγές χώρα του πλανήτη μετά από την Κίνα. Σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Γραφείο Στατιστικής, οι γερμανικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 14,2% το 2010, αφού είχαν συρρικνωθεί κατά 14,3% το 2009.

Η οικονομία της Γερμανίας αυξάνεται ξανά με σχετικά μεγάλους ρυθμούς για μία ανεπτυγμένη χώρα, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας (ανεργία στο 7,6%), αυξάνοντας τις εξαγωγές της εις βάρος των υπολοίπων χωρών της Ε.Ε.

Κριστίν Λαγκάρντ: Το τανγκό χρειάζεται πάντα δύο...

Πολλοί είναι αυτοί μέσα στην Ε.Ε. που κατηγορούν τη Γερμανία για εμπορικό «ιμπεριαλισμό».
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι πριν από μερικούς μήνες μόνο τυχαία δεν ήταν η επίθεση, μέσω των F.T., της γαλλίδας υπουργού οικονομίας ,Κριστίν Λαγκάρντ, που κατηγόρησε τη Γερμανία ότι συμπιέζει τα κόστη παραγωγής της για να ενισχύσει το εμπορικό της πλεόνασμα εις βάρος της εγχώριας κατανάλωσης και των εξαγωγών των υπόλοιπων χωρών-μελών της Ε.Ε. Ενδεικτικός είναι ο παραπάνω πίνακας που αναλύει τον εξαγωγικό γερμανικό «χάρτη».

Η Γαλλίδα υπουργός Οικονομικών κυρία Κριστίν Λαγκάρντ, με συνέντευξή της στους «Financial Times», εγκάλεσε ευθέως τη Γερμανία για τα μεγάλα της εμπορικά πλεονάσματα κάνοντας λόγο για «μη βιώσιμο μοντέλο για το σύνολο της ευρωζώνης».

Η Γαλλίδα υπουργός Οικονομίας είπε πως η Γερμανία πρέπει να δώσει κίνητρα τόνωσης της εγχώριας ζήτησης, έτσι ώστε να στηριχθούν και οι εξαγωγικές βιομηχανίες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Τονίζοντας πως το μεγάλο πλεόνασμα της Γερμανία απειλεί την ανταγωνιστικότητα των υπολοίπων χωρών της ευρωζώνης, η κυρία Λαγκάρντ δήλωσε: «Μήπως πρέπει να κάνουν κάτι και όσοι έχουν πλεονάσματα; Το τανγκό χρειάζεται πάντα δύο...».

Με το ένα χέρι μας τας δίνουν, με το άλλο μας τα παίρνουν..

Η Ελλάδα από την ένταξή της στην Ευρωπαίκή Κοινότητα έχει εισπράξει επιδοτήσεις περίπου 120 δις. ευρώ, εκ των οποίων πάνω από 50 δις. ευρώ «επέστρεψαν» στην Ευρώπη, με την μερίδα του λέοντος να την έχει η Γερμανία, για εισαγωγές πρώτων υλών προϊόντων, αλλά και για εξοπλισμούς.
Με το ένα χέρι μας τα έδωσαν και με τα άλλο μας τα έπαιρναν πίσω.

Βεβαίως η «αφαίμαξη» της ελληνικής οικονομίας είναι πολύ μεγαλύτερη εάν αναλογισθούμε την απώλεια της εγχώριας παραγωγής, του εισοδήματος των Ελλήνων επιχειρηματιών και εργαζομένων αλλά και η έκρηξη εισαγωγών από κράτη της ΕΕ καταναλωτικών και μη ειδών που τροφοδοτήθηκε από την υπέρμετρη αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών.

Τα στοιχεία προκύπτουν από εκθέσεις που έχει συντάξει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από το 2003 έως σήμερα και δείχνουν ότι επιστρέφουμε ως εισαγωγές το 42,6% των κοινοτικών πόρων που έφτασαν από την είσοδο της Ελλάδος στην Ε.Ε. (ΜΟΠ, ΚΠΣ και ΕΣΠΑ).

Από το 2001 που συνδέθηκε οριστικά η ισοτιμία της δραχμής με το ευρώ μέχρι και το 2009 χάσαμε το 26,6% της ανταγωνιστικότητας μας έναντι των ξένων αγορών σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΤτΕ.

Οι εξαγωγές της Ελλάδας έφταναν τότε στο 22,9% του ΑΕΠ και σήμερα έχουν περιοριστεί στο 18,8%. Η χώρα εισάγει προϊόντα στο ύψος του 28,5% του ΑΕΠ. Εντός της Ε.Ε. η Ελλάδα εξάγει προϊόντα αξίας ίσης με το 3,7% του ΑΕΠ , έναντι 23,3% που είναι η επίδοση της Γερμανίας. Το 1980 η Ελλάδα έστελνε στις αγορές της Δυτικής Ευρώπης προϊόντα στο ύψος του 4,7% του ΑΕΠ της και η Γερμανία στο ύψος του 13,7%. Εμείς συνεχίζουμε να στέλνουμε έξω λίγα και συνήθως «φθηνά» προϊόντα, μη τυποποιημένα, χάνοντας ακόμη και την εγχώρια αγορά των οπωροκηπευτικών, τα οποία έρχονται σε πιο ανταγωνιστικές τιμές από «έξω».

Αντίθετα, οι εισαγωγές από κράτη της Ε.Ε. αυξήθηκαν, φτάνοντας το 2009 στο 11,6% του ΑΕΠ. Βασικός προμηθευτής, σύμφωνα με στοιχεία των εμπορικών ακολούθων, είναι η Γερμανία, έπεται η Ιταλία και άλλα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, ενώ στην πρώτη πεντάδα περιλαμβάνεται και η Γαλλία .

Produced by