09
ΦΕΒ

Τρόφιμα ώρα μηδέν…


TΗΣ ΑΝΝΑΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗ
(arampatzi@xrimaonline.gr)

«Την πόρτα» του καταναλωτή ετοιμάζεται να χτυπήσει η κρίση στις τιμές πρώτων υλών και εμπορευμάτων, που έρχεται ως επιστέγασμα της κρίσης χρέους για να δώσει την χαριστική βολή. Αξιωματούχοι ανά τον κόσμο και διεθνείς οργανισμοί κρούουν ξεκάθαρα πλέον τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις που θα έχουν στις οικονομίες και κατ’ επέκταση στους καταναλωτές οι αυξήσεις στις τιμές των εμπορευμάτων, μετά από ένα ενδεχόμενο κύμα ανατιμήσεων.

Μόλις πριν λίγες εβδομάδες, στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας, ο Jean Claude Trichet, ζήτησε αυστηρότερο έλεγχο των πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρωζώνη και προέτρεψε τους κεντρικούς τραπεζίτες να εξασφαλίσουν ότι η αύξηση στις τιμές των εμπορευμάτων και των τροφίμων δε θα αποκτήσουν πρόσβαση στη παγκόσμια οικονομία.

Παράλληλα, η μεγαλύτερη παραγωγός και εξαγωγέας αγροτικών προϊόντων στην Ε.Ε., η Γαλλία , έβαλε στο στόχαστρο της τις διακυμάνσεις στις τιμές τροφίμων. Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζί , εκθέτοντας τα σχέδιά του για τη γαλλική προεδρία της G20 υποστήριξε πως «οι ελλείψεις στα αγαθά πρώτης ανάγκης έχουν τροφοδοτήσει την κερδοσκοπία».
Ο Σαρκοζί για ακόμα μια φορά απεύθυνε έκκληση για αυστηρότερες κανονισ
τικές ρυθμίσεις, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να εκδηλωθούν εξεγέρσεις για τα τρόφιμα ή να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη. Μάλιστα, οι θέσεις τους επικεντρώνονται στη βελτίωση των δεδομένων της αγοράς. «Πρέπει να αυξήσουμε τη διαφάνεια στις αγορές για να υπάρχει προβλεψιμότητα. Πρέπει να γνωρίζουμε την παραγωγή, την κατανάλωση και τις προβλέψεις για τα αποθέματα», δήλωσε ο Σαρκοζί. Επιθυμία του γάλλου προέδρου είναι δημιουργία μιας βάσης δεδομένων παρόμοια με την Joint Oil Data Initiative, η οποία συγκεντρώνει πετρελαϊκά δεδομένα. Ενώ οι περισσότερες χώρες παραγωγοί παρέχουν καλές και έγκαιρες πληροφορίες για τις σοδιές, οι έμποροι λένε πως «τα δεδομένα για την Κίνα και τη Ρωσία είναι ιδιαίτερα περιορισμένα».

Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο τον Δεκέμβριο όσο και τον Ιανουάριο, οι τιμές τροφίμων ανήλθαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, τον Ιανουάριο καταγράφηκε άνοδος 3,4% και πρόκειται για την ισχυρότερη ένδειξη από το 1990 που ξεκίνησαν οι καταγραφές.
«Τα νέα στοιχεία δείχνουν πως η ανοδική πίεση στις τιμές τροφίμων παγκοσμίως δεν αμβλύνονται», αναφέρει ο Abdolreza Abbassian, οικονομολόγος της FAO, καθώς το ανοδικό σερί έχει διαρκέσει ως τώρα επτά μήνες. «Οι υψηλές τιμές πιθανόν να επιμείνουν τους προσεχείς μήνες», εκτιμά.

Το τελευταίο κύμα ανατιμήσεων αποδίδεται στη μεγάλη αύξηση της ζήτησης για τρόφιμα από την Κίνα σε συνδυασμό με τη χειρότερη εσοδεία της τελευταίας πεντηκονταετίας που είχε πέρυσι η Ρωσία εξαιτίας των πυρκαγιών που κατέστρεψαν τις σιτοκαλλιέργειες.

Στην εγχώρια αγορά

Επιστρέφοντας στα ελληνικά δεδομένα, ο εντεταλμένος σύμβουλος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων, κ. Βασίλης Ζαφείρης, εκτιμά πως οι αυξήσεις στις τιμές των εμπορευμάτων και των αγροτικών προϊόντων οφείλονται σε ένα συνδυασμό παραγόντων. Σύμφωνα με τον κ. Ζαφείρη, η ανοδική πορεία της τιμής του πετρελαίου, οι διεθνείς συγκυρίες, η διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση τροφίμων και η γενικότερη αστάθεια που επικρατεί στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον είναι ορισμένοι μόνο από τους λόγους που οδηγούν σε αυξήσεις. «Πάντως αυτή την περίοδο το Διεθνές Χρηματιστήριο Τιμών πρώτων υλών στα τρόφιμα, δίνει αυξήσεις σε ορισμένους μόνο κλάδους. Πιστεύω ότι είναι νωρίς για να εκφράζουμε φόβους για ανατιμήσεις με εξαίρεση τα προϊόντα αλεύρων στα οποία ήδη παρουσιάζεται σοβαρή αύξηση της πρώτης ύλης κατά 40%», τόνισε.

«Το ζητούμενο για την Ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων είναι να προστατευθεί η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών η οποία τον τελευταίο χρόνο έχει δεχθεί έντονες πιέσεις εξαιτίας της οικονομικής κρίσης», υποστήριξε ο κ. Ζαφείρης, ερωτηθείς για το ενδεχόμενο απορρόφησης των αυξήσεων. « Ο κλάδος μας, παρά τα αυξημένα κόστη που έχει να αντιμετωπίσει από τις έκτακτες εισφορές, τις αυξήσεις στα καύσιμα και τις φορολογικές αλλαγές, προσπαθεί να απορροφήσει λογικές αυξήσεις».

Ωστόσο, όπως επισημαίνει, «θα πρέπει όμως να είμαστε επιφυλακτικοί και πραγματιστές. Στην περίπτωση που οι αυξήσεις πρώτων υλών διατροφής συνεχιστούν, τα προβλήματα θα μεγαλώσουν και θα πρέπει να δούμε τότε πως θα αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με τις μικρότερες δυνατές απώλειες».

Σύμφωνα με την Nutriart, τα ακραία φυσικά φαινόμενα οδήγησαν σε μειωμένες και χαμηλότερης ποιότητας παραγωγές γεωργικών προϊόντων. Στους λόγους των αυξήσεων συγκαταλέγονται, «η αλλαγή τρόπου ζωής και διατροφικών συνθηκών σε μεγάλες χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία, αλλά και η αστικοποίηση και η αλλαγή της βασικής τροφής αυτών των χωρών από ρύζι σε στάρι, η αυξημένη τιμή του πετρελαίου έχει κάνει την παραγωγή βιοκαυσίμων από αγροτικά προϊόντα περισσότερο επικερδή. Τέλος, λόγο της οικονομικής κατάστασης του πλανήτη τα διεθνή funds έχουν ξεκινήσει και υλοποιούν κερδοσκοπικές ενέργειες». Το αποτέλεσμα αυτών των ραγδαίων αλλαγών είναι να έχουν επηρεαστεί τόσο οι τιμές των πρώτων υλών όσο και των τελικών προϊόντων, επισημαίνει η εταιρεία.

Όπως διευκρινίζεται σχετικά με το ενδεχόμενο απορρόφησης των αυξήσεων, «κάθε επιχείρηση σχεδιάζει τη δική της εμπορική πολιτική . Τα δεδομένα που συνυπολογίζονται στη δημιουργία της εκάστοτε πολιτικής είναι το τελικό προϊόν και το επίπεδο του μικτού περιθωρίου κέρδους, τυχόν αποφάσεις για διατήρηση και επιπλέον αύξηση των μεριδίων της αγοράς, καθώς και τα αποθέματα ή οι κλεισμένες α’ ύλες χαμηλότερης τιμής που μπορεί να κατέχει η κάθε εταιρεία».

Εξαγωγές-επέκταση

Για τον τομέα των εξαγωγών, ο κ. Ζαφείρης τονίζει πως οι αγορές των πρώτων υλών για την διατροφή, σε παγκόσμια κλίμακα αντιμετωπίζουν ανατιμήσεις. «Στον τομέα των παραγόμενων τυποποιημένων προϊόντων, δεν δημιουργούνται προβλήματα στις εξαγωγές αφού στην ουσία το πρόβλημα είναι διεθνές». «Αυτό αποδεικνύεται και από την πορεία των ελληνικών εξαγωγών το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2010 που ήταν ανοδική», αναφέρει παραθέτοντας τα στοιχεία. Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές σε Τρόφιμα και Ποτά αυξήθηκαν κατά 4,6% το 11μηνο του 2010 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2009 ενώ η αξία τους ανήλθε σε 3.096,40 εκατομμύρια ευρώ. «Η Ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων ήταν ανέκαθεν εξωστρεφής και ανταγωνιστική και πιστεύω ότι αυτή η πορεία θα συνεχιστεί και το 2011 παρά τις δυσκολίες», εκτιμά.

Για την Nutriart, oι επιχειρήσεις χρειάζονται αύξηση κεφαλαίου κίνησης, άρα «οι επενδύσεις πρέπει να είναι πολύ καλά σχεδιασμένες, με αναμενόμενη και μετρήσιμη απόδοση της επένδυσης». Ωστόσο, όπως τονίζεται, οι αυξήσεις των τιμών πώλησης, θα δημιουργήσει τριβές με τους πελάτες. Στην περίπτωση δε που είναι και προμηθευτές, τότε η τριβή θεωρείται δεδομένη αφού αναπόφευκτα θα οδηγήσουν σε αύξηση της τιμής πώλησης. «Σε επίπεδο συνεργασιών, θεωρούμε ότι αυτή η περίοδος είναι ευκαιρία για δημιουργία καλύτερων σχέσεων, με σκοπό την από κοινού αντιμετώπιση του προβλήματος».

«Πολύτιμες» οι πρώτες ύλες

Ξεκινώντας, στην κορυφή της λίστας των εμπορευμάτων που σημειώνεται ράλι στις τιμές είναι το πετρέλαιο, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τις τιμές της βενζίνης, η οποία έχει σπάσει το φράγμα των 1,63 ευρώ ανά λίτρο. Παράλληλα, σε ετήσιο επίπεδο οι έλληνες πληρώνουν την βενζίνη ακριβότερη κατά 48,5%. Σύμφωνα με έρευνα του ΕΛΚΕΚΑ για το 1ο πενθήμερο/2011 η Ελλάδα κατέχει την 2η θέση στην τιμή της βενζίνης μετά την Ολλανδία.

Το καλαμπόκι έχει ενισχυθεί στα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιούλιο του 2008, καθώς υπάρχουν εικασίες για αύξηση της ζήτησης από την Κίνα σε επίπεδα ρεκόρ. Οι εισαγωγές της Κίνας ενδέχεται να φτάσουν τους 9 εκατ. μετρικούς τόνους το 2011, που μεταφράζεται σε διπλασιασμό του προηγούμενου ρεκόρ των 4,3 εκατ. τόνων του 1995. Η ζήτηση ενισχύεται καθώς η κυβέρνηση άνοιξε τις κρατικές αποθήκες και πούλησε σιτηρά για να μειώσει τις τιμές τροφίμων. Την περασμένη χρονιά, η τιμή του καλαμποκιού κέρδισε 92%.

Μετά το χτύπημα του κυκλώνα που δέχθηκε η Αυστραλία, η τιμή της ζάχαρης έφτασε να διαπραγματεύεται ακόμα και σε υψηλά τριακονταετίας. Η Ωκεανίδα είναι η τρίτη μεγαλύτερη εξαγωγέας ζάχαρης. Ωστόσο, από τα τέλη Μαΐου έχουν διπλασιαστεί, εξαιτίας των πληγμάτων που δέχονται οι καλλιέργειες από τα ακραία καιρικά φαινόμενα.

Στην μεγαλύτερη εξαγωγό χώρα βαμβακιού, στις ΗΠΑ, οι καλλιεργητές αποφάσισαν να αυξήσουν κατά 14% την καλλιεργήσιμη έκταση, καθώς φέτος οι τιμές έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδα ρεκόρ. Οι τιμές βαμβακιού έχουν διπλασιαστεί σε δώδεκα μήνες και το πιο ενεργό συμβόλαιο παράδοσης στις 3 Φεβρουαρίου ενισχύθηκε σε ιστορικό υψηλό, στα 1,8122 δολάρια ανά λίβρα.
Produced by