13
ΑΠΡ

Βαρύ το κόστος από την αύξηση των επιτοκίων


Ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ ετησίως η επιβάρυνση του δημοσίου από την αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ ενώ πιθανή αύξηση κατά 0,75% το 2011 εξανεμίζει το όφελος από τη μείωση του επιτοκίου στα 110 δισ.

Η αύξηση των επιτοκίων φέρνει νέες επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις, νέα βάρη για τα νοικοκυριά και ακριβότερα δάνεια φέρνει μοιραία η αύξηση, σε πρώτη φάση, του βασικού επιτοκίου από την ΕΚΤ κατά 0,25%. Εάν μάλιστα επαληθευθούν οι εκτιμήσεις των ειδικών για άλλες δύο αντίστοιχες αυξήσεις το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, τότε μέχρι τέλος του χρόνου το βασικό επιτόκιο θα φτάσει στα επίπεδα του 1,75%.

Αντίστοιχα με την αύξηση του επιτοκίου της ΕΚΤ στο 1,25% στα υψηλότερα επίπεδα των δύο τελευταίων ετών κινείται ο παρεμβατικός διατραπεζικός δείκτης Euribor 3μήνου που ξεπέρασε το 1,5%, επιβαρύνοντας σημαντικά τα δάνεια κυμαινομένου επιτοκίου διαμορφώνοντας το μέσο επιτόκιο των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων υψηλότερα του 11% και των επιχειρηματικών πολύ ακριβότερα του 6%.

Ο ιδιωτικός δανεισμός τον Φεβρουάριο του 2011 διαμορφώθηκε στα 257 δισ. ευρώ, εκ των οποίων οι επιχειρήσεις έχουν δανειστεί 123 δισ. ευρώ, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και ατομικές εταιρείες 17 δισ. ευρώ και τέλος τα νοικοκυριά 117 δισ. ευρώ.

Από το σύνολο των επιχειρηματικών δανείων, το εμπόριο έχει δανειστεί τα περισσότερα φτάνοντας τα 25,1 δισ., ενώ ακολουθούν η βιομηχανία με 24,7 δισ., η ναυτιλία με 17,4 δισ., οι ελεύθεροι επαγγελματίες με 16,5 δισ., οι κατασκευές 11,1 δισ., ο τουρισμός 7,3 δισ., οι επιχειρήσεις ενέργειας 5,3 δισ., η γεωργία 2 δισ., και οι υπόλοιπες δραστηριότητες περίπου 23,5 δισ.

Σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία υπολογίζεται ότι κάθε αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 0,25%, θα επιβαρύνει μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις με 348 εκατ. ευρώ ετησίως και εάν επιβεβαιωθεί το «κακό» σενάριο διαδοχικών αυξήσεων του επιτοκίου κατά 0,75% εντός του 2011, τότε η επιβάρυνση θα τριπλασιαστεί αγγίζοντας το 1,02 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, η δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών, υπολογίζεται αρχικά κατά 293 εκατ. ευρώ και στην περίπτωση του εκτιμωμένου σεναρίου η ετησία επιβάρυνση θα φτάσει συνολικά τα 879 εκατ. ευρώ. Σε κάθε περίπτωση θα δημιουργηθεί αντίστοιχη μείωση της σημερινής ανεμικής κατανάλωσης.
Το νέο αυτό τριπλό χτύπημα στην αγορά σηματοδοτεί μια νέα εποχή ακριβότερου χρήματος. Την επιβάρυνση των εξαντλημένων επιχειρήσεων και τη μείωση της κατανάλωσης λόγω αύξησης των δόσεων των νοικοκυριών, έρχεται να συμπληρώσει η επιδείνωση της ήδη τραγικής κατάστασης έλλειψης ρευστότητας, αφού οι χορηγήσεις νέων δανείων, εκτός από ελάχιστες θα είναι κατά πολύ ακριβότερες.

Από την πλευρά των ελληνικών τραπεζών έντονη ανησυχία προκαλεί η αύξηση του επιτοκίου, αφού στα 2/3 των ιδιωτικών δανείων που εξοφλούνται με κυμαινόμενο επιτόκιο, είναι αναμενόμενο ότι θα προκληθεί μεγαλύτερη ασυνέπεια μη εξυπηρετούμενων δανείων και κατά συνέπεια η αύξηση των επισφαλειών των τραπεζών θα ξεπεράσει τα 31 δισ. και το 12% των μέχρι σήμερα προβλέψεων.

Επίσης, εάν κάποιος επιχειρήσει να αποκομίσει μια εικόνα από τις επιπτώσεις στις δανειακές ανάγκες της χώρας μας για την περίοδο 2011-2015, υπολογίζοντας ότι τα τοκοχρεολύσια εξυπηρέτησης του Δημόσιου Χρέους, φθάνουν την επόμενη 5ετία τα 231 δισ. ευρώ, θα διαπιστώσει ότι τα νούμερα «καίνε» πολύ περισσότερο από αυτά του ιδιωτικού δανεισμού. Η επιβάρυνση του ελληνικού Δημόσιου από την υφιστάμενη αύξηση 0,25% του επιτοκίου δανεισμού, ξεπερνά το 1 δισ. ετησίως, ενώ η εκτιμώμενη αύξηση του 0,75% για το 2011 μεταφράζεται σε 3 δισ. ετησίως, εξανεμίζοντας μέσα στην επόμενη 2ετία την μείωση του επιτοκίου των 110 δισ. κατά 100 μονάδες βάσης.

Τράπεζες: Πόσο θα «πληρώσουν» τα αυξημένα επιτόκια

Η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ σημαίνει ότι θα πληρώνουν 1,25% επιτόκιο για την ρευστότητα ύψους 97,7 δισ. ευρώ που έχουν αντλήσει από την ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει ότι με 1% επιτόκιο πλήρωναν τόκους ετησίως στην ΕΚΤ 977 εκατ. ευρώ και με 1,25% θα πληρώνουν 1,22 δισ. ευρώ, δηλαδή αύξηση 250 εκατ. ετησίως.

Το χειρότερο τρίμηνο από τα τέσσερα της χρήσης ήταν το δ’ για τις τράπεζες. Οι επισφάλειες αποτέλεσαν και πάλι το βαρόμετρο των κερδών αφού τα 2.154 εκατ. ευρώ που ήταν οι συνολικές προβλέψεις του δ’ τριμήνου ευθύνονται κυρίως για την προσέγγιση του 1 δισ. ευρώ της τελικής γραμμής. Στο δ’ τρίμηνο παρατηρείται μείωση στα έσοδα από τόκους κατά 4,8% όπως και τα έσοδα από προμήθειες τα οποία κινούνται πλέον χαμηλότερα κατά 9% λόγω της ουσιαστικά αδρανούς πιστωτικής αγοράς σε νέες χορηγήσεις. Το λειτουργικό κόστος συγκρατήθηκε σημαντικά (-1,53%) και διαμορφώθηκε στο -6% για το σύνολο της χρήσης. Οι μεγάλες ανισότητες στα μεγέθη που δημοσιεύτηκαν αφορούν κυρίως το βαθμό των δανείων που θεωρήθηκαν επισφαλή με αποτέλεσμα να υπάρχουν αρκετές διακυμάνσεις σε επίπεδο προβλέψεων με τις κυριότερες εμπορικές τράπεζες να κινούνται στο εύρος 6,6%-9,6% και την Εμπορική Τράπεζα να κινείται σε επίπεδα επισφαλειών κοντά στο 25%.

Στις καταθέσεις παρατηρούνται μικτές τάσεις καθώς οι δύο κυπριακές τράπεζες εμφανίζουν αύξηση των καταθέσεων. Συγκεκριμένα η Τράπεζα Κύπρου εμφανίζει εισροές 4,36 δισ. ευρώ (+15%) ενώ η Marfin Popular 1,62 δισ. ευρώ (+7%). Αυτός είναι ο λόγος που παρατηρείται μια μικρή αύξηση του επιτοκιακού περιθωρίου κατά 30 μονάδες βάσης για την Τράπεζα Κύπρου και 2 μονάδες για την Marfin Popular.

Οι ανακοινώσεις των αποτελεσμάτων και κυρίως οι τηλεδιασκέψεις που ακολούθησαν έδειξαν τέλος ότι το βάρος έχει μετατοπισθεί στην δεξιά πλευρά του ισολογισμού και όχι στην κατάσταση των αποτελεσμάτων. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας με την προσθήκη των κεφαλαίων από την αύξηση των κεφαλαίων (Marfin, Τράπεζα Κύπρου) και την πώληση συμμετοχών (Eurobank) έχουν διαμορφωθεί σε διψήφια ποσοστά αφού το περιβάλλον εξακολουθεί να παραμένει αβέβαιο και οι υποβαθμίσεις τις οποίες έχουν υποστεί οι τράπεζες λόγω της έκθεσης τους σε ελληνικά ομόλογα αλλά και λόγω της ύφεσης που επικρατεί στην Ελληνική οικονομία επιβάλει συντηρητικές τακτικές σε ότι αφορά την ρευστότητα τους.

Εξαιρετική κεφαλαιακή επάρκεια εμφανίζουν το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και η Τράπεζα Αττικής, τράπεζες όμως που ίσως μεταβληθούν σε οχήματα για να διασωθούν άλλες προβληματικές τράπεζες. Με βάση τα αποτελέσματα έτους δυο τράπεζες αντιμετωπίζουν σοβαρό κεφαλαιακό πρόβλημα, η Αγροτική και η Τ-Bank.

Ήδη για την Αγροτική σχεδιάζεται ΑΜΚ με καταβολή μετρητών και δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετόχων με σκοπό την άντληση κεφαλαίων μέχρι 1,26 δισ. ευρώ. Από το προτεινόμενο ποσό, κεφάλαια ύψους 675 εκατ. ευρώ προορίζονται για την αποπληρωμή των προνομιούχων μετοχών που κατέχει το ελληνικό δημόσιο ενώ τα υπόλοιπα 585 εκατ. ευρώ περίπου θα αποτελέσουν καθαρή εισροή κεφαλαίων.

Παράλληλα, τα ελληνικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών βρίσκονται στα επίπεδα του Σεπτεμβρίου ενώ η ρευστότητα βρίσκεται γενικά σε πολύ χαμηλά επίπεδα με τις καταθέσεις να μειώνονται διαρκώς (κάτω από 200 δισ. ευρώ στην Ελλάδα το Μάρτιο μετά από πολλά χρόνια) και τις χορηγήσεις να είναι σταθερές. Με βάση τα παραπάνω η χρηματοδότηση των τραπεζών από την ΕΚΤ γίνεται ολοένα και πιο σημαντική.

Οι νέες εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου ύψους 30 δισ. ευρώ θα δώσουν μια ανάσα στις τράπεζες αλλά η αγωνία για μια πιθανή υποβάθμιση των καλυμμένων ομολογιών τους από τους διεθνείς οίκους παραμένει. Το τελευταίο γεγονός θα οδηγούσε σε επιστροφή ρευστότητας στην ΕΚΤ για τις ανάγκες αυξημένων καλύψεων που θα ζητήσει αυτή.

Οι επισφάλειες

Αξίζει να αναφερθεί ότι οι συνολικές προβλέψεις για επισφάλειες ξεπέρασαν τα 7 δισ. ευρώ. Το νούμερο αυτό αναμένεται να αυξηθεί μέσα στο 2011 καθώς μόνο η Εμπορική, η Γενική, η Αγροτική, ίσως και η Κύπρου αναμένεται να καταγράψουν μικρότερες επισφάλειες. Συνολικά οι τράπεζες διενέργησαν 7,3 δισ. ευρώ νέες προβλέψεις για προβληματικά δάνεια ανεβάζοντας τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 10,8% που σημαίνει 27,3 δισ. ευρώ σωρευμένα προβληματικά δάνεια στο σύστημα. Για το 2011 οι εκτιμήσεις κάνουν λόγω για σταθεροποίηση των προβλέψεων αλλά όπως είναι αναμενόμενο αφού η πιστωτική επέκταση δεν αυξάνεται, ο δείκτης NPLs θα αυξηθεί ίσως στο 13,5%.

Produced by