03
ΔΕΚ

Γ. Παπανικολάου: « Ναι στον διάλογο χωρίς προειλημμένες αποφάσεις»


Συνέντευξη στον Γιάννη Λιάρο
(yiannis.liaros@xrimatriti.gr)


Την ανάγκη για «ευρύτερη πολιτική συναίνεση», μέσα στο νέο πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται, επισημαίνει μιλώντας αποκλειστικά στο «ΧΡΗΜΑ» ο ευρωβουλευτής της Ν.Δ. και πρώην πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ, Γιώργος Παπανικολάου, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι «είμαστε ανοιχτοί στην πρόσκληση του πρωθυπουργού για συνεννόηση, αρκεί η επιζητούμενη αυτή συναίνεση να είναι ειλικρινής και να βασίζεται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις».

Ο κ. Παπανικολάου εκφράζει τον προβληματισμό του για το κλίμα που υπάρχει διεθνώς για τη χώρα μας, σημειώνοντας ότι «χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να ξαναχτιστεί η αξιοπιστία της χώρας στο εξωτερικό». Αναφερόμενος στην οικονομία τονίζει ότι η βασικότερη αδυναμία της κυβέρνησης «είναι η παντελής απουσία οράματος και μάλιστα σε μία εποχή που αυτό είναι πιο απαραίτητο από ποτέ για τον κόσμο και τη χώρα».

Τέλος, σχολιάζοντας την ίδρυση της Δημοκρατικής Συμμαχίας, επισημαίνει: «Μην ρωτάτε τη Ν.Δ. αν προβληματίζεται. Μάλλον θα πρέπει να αναζητήσετε σε άλλους πολιτικούς χώρους την όποια ανησυχία. Η Νέα Δημοκρατία έχει μεγάλο παρελθόν, σπουδαίο παρόν και ελπιδοφόρο μέλλον».


Ποια είναι σήμερα η εικόνα των συναδέλφων σας στο Ευρωκοινοβούλιο για την Ελλάδα; Βελτιώνεται ή επιδεινώνεται το διεθνές κλίμα για τη χώρα μας;

Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να ξαναχτιστεί η αξιοπιστία της χώρας στο εξωτερικό. Το διπλωματικό κεφάλαιο που διαθέτουμε έχει μειωθεί δραματικά και χρειάζεται πολύς κόπος για να φτάσει και πάλι σε ένα ικανοποιητικό σημείο. Άκουγα τις προάλλες τον καθηγητή κ. Αδαμάντιο Πεπελάση, για τον οποίο τρέφω μεγάλο σεβασμό, να λέει σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό ότι αυτά που κάνει η κυβέρνηση είναι για εσωτερική κατανάλωση και πως πρέπει οι κινήσεις μας απέναντι στην Ευρώπη να είναι πιο προσεγμένες και να αποβλέπουν σε κάτι. Συμφωνώ απόλυτα. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι με τις τοποθετήσεις τους μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης, πέρυσι τον Οκτώβριο, ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών δυσφήμισαν την Ελλάδα στο εξωτερικό, μιλώντας για «διεφθαρμένη χώρα», «αναξιόπιστη» και άλλα παρεμφερή. Όλα αυτά έκαναν μεγάλη ζημιά στην Ελλάδα.

Πρέπει να σας πω, επίσης, ότι ξένοι συνάδελφοί μου εξεπλάγησαν όταν έμαθαν ότι εν μέσω της πρωτοφανούς δημοσιονομικής κρίσης που βιώνουμε ο κ. Παπανδρέου μίλησε δημόσια για το ενδεχόμενο προκήρυξης πρόωρων εκλογών. Στις συζητήσεις που είχαμε πριν τις εκλογές μου εκμυστηρεύονταν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα μας, μια άποψη που συμμερίζομαι απόλυτα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει να γνωρίζετε ότι όλοι οι Ευρωβουλευτές, ανεξαρτήτως πολιτικού χώρου, καθημερινά αγωνιζόμαστε για την ανάκτηση της αξιοπιστίας της χώρας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Είστε μέλος της Επιτροπής του Ευρωκοινοβουλίου που ασχολείται με τα θέματα μετανάστευσης. Στη χώρα μας η συζήτηση για τη μεταναστευτική πολιτική έχει «φουντώσει» και πάλι το τελευταίο διάστημα, ίσως και λόγω των αυτοδιοικητικών εκλογών. Πέρα από τα προφανή ζητήματα ασφάλειας, μέσα στη συγκυρία της κρίσης θεωρείτε ότι υπάρχει περιθώριο για άσκηση μιας πολιτικής που να συνδυάζει την ανθρωπιστική αντιμετώπιση του θέματος με την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της χώρας; Μπορούν οι μετανάστες που εισέρχονται στην Ελλάδα να λειτουργήσουν ως μοχλός οικονομικής ανάπτυξης ή απλώς επιβαρύνουν την ήδη δοκιμαζόμενη οικονομία;

Πρέπει να διαχωρίσουμε, καταρχάς, τους νόμιμους μετανάστες από τους παρανόμως διαμένοντες στη χώρα μας. Τον τελευταίο καιρό στις δημόσιες συζητήσεις όταν γίνεται αναφορά στη μεταναστευτική πολιτική οι ομιλητές, στην πλειοψηφία τους, αναφέρονται στην παράνομη μετανάστευση. Είναι αλήθεια, ότι ο αριθμός των μεταναστών που διασχίζουν τα σύνορα μας λαθραία έχει αυξηθεί υπερβολικά και το φαινόμενο πλέον λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις. Υπολογίζεται ότι το δεύτερο τρίμηνο του 2010 από τη χώρα μας πέρασε το 90%, επαναλαμβάνω το 90%, του συνολικού αριθμού των ανθρώπων που προσπάθησαν να εισέλθουν παράνομα στην Ευρώπη. Η εκρηκτική αυτή κατάσταση στα χερσαία σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία ήταν εκείνη που πυροδότησε την απόφαση της Ε.Ε. να αποστείλει στο σημείο 175 άντρες της Δύναμης Ταχείας Επέμβασης (RABIT).

Η Ελλάδα από μόνης της δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό. Μόνο με την αλληλεγγύη από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη μπορούν να υπάρξουν αποτελεσματικές λύσεις –μην ξεχνάμε ότι οι λαθρομετανάστες εισέρχονται από την Ελλάδα στην Ευρώπη για να κατευθυνθούν, κυρίως, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες οι ευκαιρίες για βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου είναι σαφώς περισσότερες. Η Ελλάδα δέχεται δυσανάλογες μεταναστευτικές πιέσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στην ανθρωπιστική διάσταση του θέματος. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η Ελλάδα το 2008 ήταν η τελευταία χώρα στην Ε.Ε. στη χορήγηση ασύλου, ενέκρινε μόλις 0,05% των υποβληθέντων αιτημάτων χορήγησης ασύλου. Η αναθεώρηση του κανονισμού Δουβλίνο II είναι επιτακτική, αν θέλουν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας να περάσουν από τα λόγια στην πράξη όσον αφορά την επίδειξη αλληλεγγύης. Μία αναθεώρηση που στόχο θα έχει την θέσπιση ενός μηχανισμού αναστολής των μεταφορών (Suspension mechanism) σε περιπτώσεις που ασκείται ιδιαίτερη πίεση σε κάποιο κράτος-μέλος. Πρόκειται για μία βασική μου επιδίωξη στο πλαίσιο του ρόλου που μου έχει ανατεθεί ως εισηγητή εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στην αναδιατύπωση του εν λόγω κανονισμού.

Σε ό,τι αφορά τώρα τους μόνιμους μετανάστες, μακριά από προκαταλήψεις και φοβικές αντιλήψεις πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα. Υπολογίζεται ότι η Ευρώπη των 27 χρειάζεται μέχρι το 2050 περίπου 56 εκατομμύρια εργαζόμενους μετανάστες, σε συγκεκριμένες ειδικότητες, προκειμένου να καταπολεμηθεί η μείωση του εργατικού δυναμικού της. Ταυτόχρονα, η Ε.Ε. αντιμετωπίζει δυσκολίες στην προσπάθεια της να προσελκύσει τεχνολογικά εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό σε σχέση με τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία ή τη Ν. Ζηλανδία. Επομένως, η Ε.Ε., αν θέλει να μη χάσει το τρένο της ανάπτυξης, πρέπει να κατορθώσει το συντομότερο δυνατό να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που θα την καταστήσουν ελκυστική στους υψηλά εξειδικευμένους μετανάστες.

Παρακολουθείτε στενά τα θέματα αγοράς. Εκτιμάτε ότι μέσα στη δίνη της κρίσης, θα μπορούσαν να αναληφθούν από την κυβέρνηση δράσεις που αφενός να προστατεύουν καλύτερα τα συμφέροντα των Ελλήνων καταναλωτών και αφετέρου να ενισχύουν την αγοραστική του δύναμη;

Η αύξηση της αγοραστικής δύναμης περνάει μέσα από την υψηλότερη ανταγωνιστικότητα, τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα, τη χαμηλότερη φορολογία και φυσικά από μια ορθολογικότερη μισθολογική πολιτική. Αυτό δεν μπορεί να γίνει όσο οι έμμεσοι και άμεσοι φόροι αυξάνονται, όσο η μάχη κατά της γραφειοκρατίας χάνεται καθημερινά, όσο το ΕΣΠΑ λιμνάζει και όσο τα προγράμματα ΣΔΙΤ παραμένουν αναξιοποίητα.

Η χώρα έχει μπει σε αυτόματο πιλότο, με την κυβέρνηση να δείχνει ανήμπορη να κυβερνήσει. Την ίδια ώρα η ύφεση μεγαλώνει, η ανεργία αυξάνεται, τα λουκέτα πληθαίνουν και η χώρα βυθίζεται σε εθνική κατάθλιψη. Η βασικότερη, όμως, αδυναμία της σημερινής κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού είναι η παντελής απουσία οράματος και μάλιστα σε μία εποχή που αυτό είναι πιο απαραίτητο από ποτέ για τον κόσμο και τη χώρα. Σήμερα οι Έλληνες υποβάλλονται στις μεγαλύτερες θυσίες μεταπολιτευτικά, χωρίς καν να γνωρίζουν σε τι αποσκοπούν αυτές και τι αποτέλεσμα θα έχουν.

Η κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να προχωρήσει σε διαθρωτικά μέτρα, όπως είναι το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων ή η άρση του καμποτάζ, που διαρκώς ανακοινώνονται και ποτέ δεν πραγματοποιούνται και όχι σε άλλα εισπρακτικά μέτρα.

Πώς βλέπετε το πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται μετά και το αποτέλεσμα των αυτοδιοικητικών εκλογών; Η πρόσκληση του πρωθυπουργού προς τα κόμματα για συνεννόηση και συνεργασία, αλλά και η ίδρυση της «Δημοκρατικής Συμμαχίας» από την Ντόρα Μπακογιάννη, δημιουργούν νέα δεδομένα. Πώς στέκεται η Ν.Δ. απέναντι σε αυτά;

Τα μηνύματα που έστειλε η κάλπη των πρόσφατων εκλογών είναι πολλά και πρέπει όλοι μας να τα αποκωδικοποιήσουμε και να τα λάβουμε σοβαρά υπόψιν. Το μεγάλο ποσοστό της αποχής πρέπει να μας προβληματίσει. Ειδικά όσον αφορά στη νέα γενιά. Κύριο μέλημά μας πρέπει να είναι να ξαναφέρουμε τους νέους κοντά στην πολιτική. Μόνο με τη συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία μπορούμε να βλέπουμε το μέλλον με αισιοδοξία.

Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν μας επιτρέπει να θριαμβολογούμε, αλλά καλώς ή κακώς το αποτέλεσμα μιας εκλογικής διαδικασίας κρίνεται πάντοτε από εκείνους που προσέρχονται στην κάλπη και ψηφίζουν. Και το εκλογικό σώμα έδειξε ότι δεν θεωρεί την πολιτική αυτή μονόδρομο, ότι βλέπει διέξοδο στη Νέα Δημοκρατία και στον Αντώνη Σαμαρά. Περίπου 1,5 εκατομμύριο λιγότεροι άνθρωποι ψήφισαν το κυβερνών κόμμα σε σχέση με τις εκλογές του 2009 και η Νέα Δημοκρατία μόλις 12 μήνες μετά τη μεγάλη ήττα των 10 ποσοστιαίων μονάδων, έφτασε τώρα μια ανάσα πριν από το ΠΑΣΟΚ . Οι συσχετισμοί άλλαξαν και το τοπίο πια είναι διαφορετικό και σίγουρα χρειάζεται ευρύτερη πολιτική συναίνεση.

Πρώτιστος στόχος μας είναι να βοηθήσουμε τη χώρα να ανακάμψει. Είμαστε ανοιχτοί στην πρόσκληση του πρωθυπουργού για συνεννόηση, αρκεί η επιζητούμενη αυτή συναίνεση να είναι ειλικρινής και να βασίζεται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Δεν μπορεί η Νέα Δημοκρατία να συμμετάσχει σε μια απλή επικοινωνιακή διαχείριση της κρίσης εκ μέρους της κυβέρνησης. Η συνεννόηση απαιτεί διάλογο χωρίς προειλημμένες αποφάσεις. Όταν ο πρωθυπουργός απλώς επικαλείται τη συναίνεση για να μπορέσει να συνεχίσει μονομερώς, εφαρμόζοντας ήδη αποφασισμένες πολιτικές που αντί να στοχεύουν στην ανάπτυξη οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μεγαλύτερη ύφεση, είναι αυτονόητο πως η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να σταθεί αρωγός.
Όσο για το σχηματισμό του νέου πολιτικού φορέα, αν και πιστεύω πως τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα καλύπτουν ολόκληρο το ιδεολογικό φάσμα και δεν υπάρχει χώρος για νέους σχηματισμούς, μην ρωτάτε τη Νέα Δημοκρατία αν προβληματίζεται. Μάλλον θα πρέπει να αναζητήσετε σε άλλους πολιτικούς χώρους την όποια ανησυχία. Η Νέα Δημοκρατία έχει μεγάλο παρελθόν, σπουδαίο παρόν και ελπιδοφόρο μέλλον. Πατάει γερά στα πόδια της. Το ζητούμενο είναι η πορεία της χώρας, η έξοδος από την κρίση. Εν τέλει, όλοι κρινόμαστε από τον κυρίαρχο λαό, όπως η δημοκρατία μας ορίζει.



Produced by