Επανέρχεται ο «πονοκέφαλος» για τις τράπεζες

Επανέρχεται ο «πονοκέφαλος» για τις τράπεζες

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ UPD 08:56 Δημιουργία 20/12/18, 08:12
Αρθρογράφος: Αλέξης Ρωμανός
ΑΛΕΞΗΣ ΡΩΜΑΝΟΣ

Νέους προβληματισμούς θέτει η Morgan Stanley για τους στόχους, που προβλέπει το πλάνο μείωσης των NPEs για τις ελληνικές τράπεζες.

Ο οίκος εκτιμά πως το κόστος της κεφαλαιακής ενίσχυσης που απαιτείται για να διατηρήσουν οι ελληνικές τράπεζες τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας CET1 στο 14% για τους επενδυτές, θα είναι 11,1 δισ. ευρώ.

H Morgan Stanley θεωρεί πως οι νέοι στόχοι μείωσης των NPEs έως το 2021 είναι φιλόδοξοι. Συνεπάγονται μείωση κατά 60% των ΝΡΕs μέχρι τα τέλη του 2021, με τους αντίστοιχους δείκτες να μειώνονται από το περίπου 50% σήμερα σε περίπου 20% το 2021. Όπως επισημαίνει, υπάρχει σημαντικός σκεπτικισμός στην αγορά σε ό,τι αφορά την ικανότητα των ελληνικών τραπεζών να είναι σε θέση να επιτύχουν τους στόχους τους με ουδέτερο τρόπο ως προς τα κεφάλαιά τους, όπως και αποδεικνύεται από την απόδοση των τιμών των μετοχών τους, οι οποίες έχουν υποχωρήσει από 34% έως 72% από τις αρχές του έτους.

Το τελειωτικό και πιο ισχυρό χτύπημα στις τράπεζες το προκάλεσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με ζημιές οι οποίες υπολογίζονται γύρω στα 40 δισ. ευρώ, με τον τρόπο που έγινε η ανακεφαλαιοποίηση.

Βοήθεια από την Ε.Ε

Όπως έχει γράψει το «Xrimaonline.gr», βοήθεια και στις ελληνικές τράπεζες, ώστε να πουλήσουν μαζικά «κόκκινα» δάνεια σε funds χωρίς να υποστούν μεγάλες ζημιές, δίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με σχέδιο οδηγίας που προωθεί με στόχο κυρίως τη στήριξη των ιταλικών τραπεζών, σχέδιο όμως που θα βοηθήσει και τις ελληνικές τράπεζες, σε μια περίοδο όπου οι ελληνικές αρχές αναζητούν λύσεις για να μην επηρεασθεί δραματικά η κεφαλαιακή επάρκεια από την ταχύρρυθμη μείωση των «κόκκινων» ανοιγμάτων με πωλήσεις σε επενδυτές.

Το σχέδιο της Κομισιόν χαλαρώνει τους λογιστικούς κανόνες για τη μεταχείριση των προβλέψεων που είναι υποχρεωμένες να εγγράφουν οι τράπεζες όταν πωλούν δάνεια σε επενδυτές σε τιμές χαμηλότερες από αυτές που εγγράφονται στα βιβλία τους.

Ειδικότερα, προβλέπεται ότι οι τράπεζες θα υπολογίζουν με διαφορετικό μοντέλο τις ζημιές από την πώληση χαρτοφυλακίων δανείων, ώστε αυτές να «ψαλιδίζονται», αλλά αυτό θα ισχύει μόνο σε περιπτώσεις μεγάλων τέτοιων συναλλαγών, δηλαδή πωλήσεων δανείων που αντιστοιχούν σε ποσοστό τουλάχιστον 20% του συνόλου των προβληματικών ανοιγμάτων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι τράπεζες θα πρέπει να προσπαθήσουν πολύ για να ενταχθούν στο ευνοϊκό καθεστώς, αφού το όριο που τίθεται μεταφράζεται πολύ μεγάλα deal πώλησης «κόκκινων» δανείων της τάξεως των 17 δισ. ευρώ συνολικά για τις τέσσερις συστημικές.

Το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων θα απασχολεί για τα επόμενα χρόνια το εγχώριο τραπεζικό σύστημα.

Αν κι αυτά μειώθηκαν κατά 4,2% στο δεύτερο τρίμηνο του 2018, από 46,9% στο 44,9%, ωστόσο κρατήθηκαν την πρώτη θέση στην Ε.Ε., «γράφοντας» το μεγαλύτερο ποσοστό.

Εύθραυστη η επάνοδος στην κερδοφορία

Σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι εξαιρετικά εύθραυστη η επάνοδος των ελληνικών τραπεζών στην κερδοφορία, όσο συνεχίζεται η μείωση των χορηγήσεων. Η πιστωτική συρρίκνωση στερεί από το τραπεζικό σύστημα τη βασικότερη πηγή εσόδων, δηλαδή τα έσοδα από τόκους, και την ίδια στιγμή υπονομεύει την προσπάθεια βελτίωσης του δείκτη των εξόδων, ο οποίος αν και με σημαντικές διαφορές ανά τράπεζα, επιβαρύνθηκε το πρώτο εξάμηνο.

Αυτό επιβεβαιώνουν τα αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών που δείχνουν νέα μείωση των εσόδων από τόκους το πρώτο εξάμηνο του 2018 σε ποσοστό από -1,5% έως και -22,5%.

Την ίδια στιγμή αυξημένα σε ποσοστό από 0,5% έως 5,5% είναι τα έσοδα από προμήθειες. Οι τράπεζες έχουν ρίξει το βάρος στην ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες ειδικά μετά την επιβολή των capital controls. Σε κάθε περίπτωση όμως οι προμήθειες αποτελούν κλάσμα των επιτοκιακών εσόδων και δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τις απώλειες από τη βασική πηγή οργανικής κερδοφορίας. Η μείωση των εσόδων από τόκους συμβαδίζει και με την εξέλιξη των χορηγήσεων, το ύψος των οποίων, μετά και τον υπολογισμό των προβλέψεων για την κάλυψη των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μειώθηκε περαιτέρω το πρώτο εξάμηνο του 2018.

Αν σου άρεσε κάνε